ζω γραφικά σενάρια 2

Ευχαριστώ το φίλο Κώστα Κουκουζέλη και τη «στάση» του στο έργο μου

πεντο ζάλη – η πορεία του έργου

πρόλογος

Ο Σπύρος, ο βασικός μου δάσκαλος στην αγιογραφία, συνήθιζε να λέει: «Δεν έχει σημασία πόσο θα σου πάρει να φτιάξεις μια εικόνα. Σημασία έχει να είναι καλά ζωγραφισμένη. Αυτός που θα την δει δεν θα ρωτήσει πόσο καιρό σου πήρε να την κάνεις. Θα κοιτάξει αν είναι καλή ή όχι».

Υιοθέτησα αυτή την κοσμοθεωρία, γιατί πράγματι, το τελικό αποτέλεσμα μετράει, μόνο που ο Σπύρος έκανε ένα σοβαρό λάθος:

Είναι πάρα πολλοί αυτοί που ρωτάνε πόσο καιρό σου πήρε να φτιάξεις έναν πίνακα. Και το χειρότερο είναι πως δεν ρωτούν για κάποιον συγκεκριμένο πίνακα, αλλά γενικώς. «Πόσο καιρό σου παίρνει να φτιάξεις έναν πίνακα;». Από ευγένεια, απαντώ κι εγώ γενικώς: «Εξαρτάται», «Αναλόγως τον πίνακα», «Άμα ξέρω από την αρχή τι θέλω να κάνω τον τελειώνω σχετικά γρήγορα», και τέτοια.

Συχνά σκέφτομαι πως αυτή η ερώτηση φανερώνει έλλειψη εικαστικής παιδείας και κουλτούρας. Και δεν μιλάω μόνο για Έλληνες. Το Ρέθυμνο, λόγω τουρισμού μου δίνει τη «χαρά» να ακούω αυτή την ερώτηση από Άγγλους, Γάλλους , Πορτογάλους , Ρώσους, Αμερικάνους , Γερμανούς – βεβαίως – Κινέζους στη φυλή και Κινέζους στο ήθος… Περισσότερα

περί δικαιοσύνης…

 

   Όταν μου ζητήθηκε να σκεφτώ ένα θέμα για τη δικαιοσύνη , αλλά που να την παριστάνει με ανδρική μορφή, αιφνιδιάστηκα . Ήταν και μια πρόκληση. Να ξεφύγουμε από τη συνηθισμένη γυναικεία απεικόνιση. Σχεδόν αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό και οι διάφορες παραστάσεις που απεικονίζουν τη δικαιοσύνη σα να παίζει τυφλόμυγα. Περισσότερα

η ζωγραφική έχει κάτι το τρομακτικό

» Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για έναν ζωγράφο.

Ακόμη πιο δυσκολο όταν ο ζωγράφος αυτός είναι σπουδαίος. Υπάρχει και μια άλλη δυσκολία σ’ ένα ζωγράφο να μιλήσει για ζωγραφική. Είναι σα να ζητάτε απο έναν άνθρωπο να μεταφράσει κάτι που είναι γραμμένο στη γλώσσα του , σε μιαν άλλη γλώσσα πιο κατανοητή. Για μένα, η ζωγραφική είναι ο καλύτερος τρόπος διατύπωσης ιδεών, σκέψεων, αισθημάτων. Και μου φαίνεται πάντοτε περίεργο όταν υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να εξηγήσουν τι παριστάνει ένα έργο, όχι μόνο όταν δεν είναι κατανοητό το εξωτερικό μέρος της παραστάσεως, αλλά  και όταν αυτό είναι τελείως κατανοητό. Η δυσκολία του κοινού, μορφωμένου ή αμόρφωτου, να καταλάβει ένα έργο ζωγραφικής – ειδικά ζωγραφικής, γιατί σπάνια ζητάνε να εξηγήσουν στον κόσμο φιλολογία ή μουσική – οφείλεται στο γεγονός  ότι η ζωγραφική έχει κάτι το τρομακτικό για τον άνθρωπο. Κάτι το φαντασματικό. Και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να παραδεχτούν τα αισθήματα που τους γεννάει η ζωγραφική. Ο εξηγητής της ζωγραφικής είναι σαν τον άνθρωπο που καθησυχάζει ένα παιδί για το φάντασμα που είδε, για να μην το αφήσει να φύγει τελείως. Η ζωγραφική μιλά καλύτερα απο κάθε ομιλητή και κάθε κριτική. Ο άνθρωπος είναι πολύ πιο κοντά στην αλήθεια της ζωγραφικής, παρά η εξήγηση που θα του δώσει κάποιος άλλος. Άλλωστε η δυσκολία δεν είναι τόσο στο να καταλάβει κανείς τι παριστάνει ένα έργο, αλλά στο να παραδεχτεί πως αυτό που αισθάνεται ο ίδιος είναι και το πλησιέστερο προς το νόημα του έργου.

Αν οι άνθρωποι ήταν σε θέση να παραδεχτούν την αξία των αισθημάτων τους,  θα μπορούσαν να καταλάβουν πολύ πιο εύκολα την αξία των καλλιτεχνικών έργων. Συνήθως ζητούνε κάτι παραπάνω απο αυτό που τους συγκινεί. Και αυτό μπλέκει τα πράγματα. «

Γιάννης Τσαρούχης

 

Σημείωση: η επισήμανση στο κείμενο είναι δική μου.

λίγα λόγια για το «λίγο μετά»

Πολλές  φορές  έχει γίνει κουβέντα  για  το ρόλο του δημιουργού στην  ερμηνεία  του  έργου. Με τον σύντεχνο Κώστα  (ktkouk)  το έχουμε  συζητήσει  πάρα πολλές  φορές και στο δικό μου αλλά και (κυρίως)  στο δικό του μπλογκ.  Είναι μεγάλος πειρασμός να αρχίσεις να μιλάς για το έργο σου (αν κι έχω πειστεί πλέον πως δεν πρέπει)  κι εγώ σ΄ αυτόν  τον πειρασμό συνήθως ενδίδω. Εδώ είπα να μη το κάνω  αλλά ….  Δε μ΄ αφήνετε ν΄ αγιάσω.

 Ειδικά ο Δον Κιχώτης που τον ευχαριστώ γιατί δίχως τα σχόλιά του δεν θα μου είχε δοθεί η αφορμή να γράψω την παρακάτω ανάλυση , που καλά έκανα και την έγραψα, γιατί όταν μιλάς για το έργο σου βοηθιέσαι κι ο ίδιος να ξεκαθαρίσεις κάποια πράγματα.

Πάμε λοιπόν.

 Το παρόν έργο δεν  είναι  διάλειμμα. Έκανα , βέβαια,   ένα ευφυολόγημα με τα «λημέρια» στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης, αλλά εκτός που δεν ξέρω καθόλου ποια είναι τα δοκιμασμένα και πετυχημένα (πλην λίγων εξαιρέσεων) , στην πραγματικότητα εδώ έχουμε … επιστροφή σε λημέρια παλιά και λησμονημένα.  Θα έλεγα  «πισωγύρισμα»  , με την καλή έννοια!

Ας  τα πάρουμε από την αρχή.

Εν αρχή ην το σχέδιο. Σκίτσο για την ακρίβεια. Αυτό μου προέκυψε ένα βράδυ  πριν 2-3 μήνες  και ήρθε ακάλεστο.  Έπιασα ένα μολύβι, χαρτί και… να το σκιτσάκι .

                                                                                          

 Τέτοια σκίτσα είναι κάτι σαν … σεξουαλικές πράξεις  από τις οποίες μπορεί να προκύψει εγκυμοσύνη μπορεί και όχι!  Αν όχι, μένει η απόλαυση  της δημιουργίας του σκίτσου,  που δεν είναι αμελητέα. Αν προκύψει …κύηση το πράγμα χοντραίνει. Έχουμε έναν πίνακα – τέκνο που πρέπει να του δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή. Κι εκεί αρχίζουν άλλες εσωτερικές διεργασίες. 

Κι εδώ είναι το… πισωγύρισμα που έλεγα.

Τον… προηγούμενο αιώνα, μου ήρθε κάποια στιγμή η ιδέα να μην αποδώσω την μετάβαση από τον ένα τόνο στον άλλο με ομαλό τρόπο αλλά απότομα. Να είναι διακριτοί οι τόνοι δηλαδή. Έκανα τότε κάποιους πίνακες  μ αυτή τη λογική  που μου άρεσαν (και μου αρέσουν ακόμη) αλλά συνέπεσε με την ίδια εποχή που εντρυφούσα στην  αγιογραφία. Για την αγιογραφία  μια τέτοια αντιμετώπιση της φόρμας είναι ανεπίτρεπτη. Από την άλλη,  μου δημιουργήθηκε η αίσθηση πως αυτή η τεχνοτροπία θυμίζει κόμικς και  κάτι  σ΄ αυτό μ’  ενοχλούσε. Έτσι , παρόλο που σε πολλούς άρεσαν εκείνοι  οι πίνακες, εγκατέλειψα  τελικά αυτό το στυλ.

Στην πορεία με καθήλωσε η βυζαντινή τεχνική  και σε απόπειρες να την ξεπεράσω επανερχόμουν σ’ αυτό το στυλ με πολύ διαφορετικό τρόπο όμως.

Τα τελευταία τρία περίπου χρόνια  – δίχως να έχω κατασταλάξει – έχω βρει πόρτες εξόδου από το βυζαντινό ιδίωμα, αλλά και δίχως να το εγκαταλείψω εντελώς. Αυτά τα χρόνια γίνονται πολλοί πειραματισμοί.

 Ιδού και  τρεις πίνακες  με τον τρόπο που περιέγραψα.

Στην αρχή δύο έργα του προηγούμενου αιώνα. Δύο «κόκκινες  προσευχές»  Φαίνεται καθαρά η απότομη (διακριτή καλύτερα)  μετάβαση από τον ένα τόνο στον άλλο

 

(κόκκινη προσευχή 35χ45)

  

(κόκκινη προσευχή 2, 60χ60)

Αυτός ο χειρισμός των τόνων εδώ ισχύει και στην απόδοση της σάρκας. Τώρα, δεν τολμώ  να το κάνω αυτό με τη σάρκα. Δεν ξέρω γιατί.

Παρακάτω είναι  ένας άλλος πίνακας (του 2000 αυτός) που ο ουρανός και η θάλασσα έχουν την ίδια ακριβώς απόδοση με  το «λίγο μετά» . Απλά στο  «Ρέθυμνο»  η θάλασσα έχει  «σπάσει» σε πιο πολλά κομμάτια  με σκοπό να αποδοθεί  πιο ρεαλιστικά. Δεν υπάρχει ομαλή μετάβαση τόνων. (η φωτογραφία δεν είναι καθόλου καλή αλλά αυτό που λέω νομίζω φαίνεται)

 

Επίσης ο ουρανός στο «ηλιοβασίλεμα» είναι  φτιαγμένος με τον ίδιο τρόπο. Κι  εκεί όμως δεν  φαίνεται αμέσως γιατί επίσης η φόρμα έχει κατακερματιστεί σε  πάρα πολλά και μικρά κομμάτια.

Είναι αρκετοί πίνακες είτε παλιοί είτε πιο πρόσφατοι , που ή ολόκληροι ή ένα μέρος τους είναι ζωγραφισμένοι με τη λογική της διακριτής μετάβασης απο τον ένα τόνο στον άλλο. (ένας μαλιστα ήταν και η αφορμή να γίνω ο επίσημος ζωγράφος του στρατοπέδου στη Ρόδο, αλλά αυτό θα αποτελέσει θέμα μελλοντικής ανάρτησης)

Πάνω σ΄ αυτά  τα ζητήματα θέλησα να πειραματιστώ με το  «λίγο μετά».  Και  αν στους   πίνακες που παραθέτω  η χρωματική κλίμακα είναι προφανής, εδώ  – στο «λίγο μετά» – έχουμε μια κλίμακα συμπληρωματικών χρωμάτων (μπλε/μωβ-πορτοκαλοώχρες). Δεν είναι αταίριαστα τα χρώματα απλά είναι πολύ έντονη η αντίθεσή τους (μετά το άσπρο-μαύρο, η πιο έντονη αντίθεση  είναι αυτή των συμπληρωματικών χρωμάτων.

Για να δούμε τον πίνακα και σε … ασπρόμαυρη εκδοχή!

 

Αν μετρήσει κανείς τους διαφορετικούς  γκρίζους τόνους δεν είναι πάνω από 6-7,  ενώ τα χρώματα  στον πίνακα είναι πολύ περισσότερα.  Η  έντονη αντίθεση,  που οφείλεται μόνο στο χρώμα , εδώ έχει εξαφανιστεί.

 Με όλ’ αυτά δεν λέω αν το έργο είναι καλό , κακό ή μέτριο. Απλά ξετυλίγω ένα κουβάρι σκέψης και πειραματισμών που ξεκίνησε πριν αρκετά χρόνια και που γρήγορα άλλαξε πορεία. Το παρόν έργο δεν είναι ένα διάλειμμα  σε αυτό που συνήθως κάνω, είναι ένα βήμα σε έναν δρόμο που έχω περπατήσει  αρκετές φορές. Είναι ένας τρόπος χειρισμού της φόρμας,  για τον οποίο εξακολουθώ να έχω τις αμφιβολίες μου, αλλά που σε κάποιες περιπτώσεις δίνει καλά αποτελέσματα.

Στην προκειμένη περίπτωση τα αποτελέσματα αφήνονται στην κρίση σας. Σίγουρα υπάρχει διαχωρισμός  αναμεσα σε κάποια αντικειμενικά κριτήρια όπως αυτά που ανάφερα και σε υποκειμενικές κρίσεις  του τύπου :  «παρ’ όλ΄αυτά μ’ αρέσει – ή δε μ’ αρέσει».  Οι υποκειμενικές κρίσεις δεκτές . Στις αντικειμενικές όμως χωράει άλλου τύπου κουβέντα.

Όσο για τον τίτλο του έργου, δεν έχω να πω και πολλά. Μέχρι τελευταία στιγμή δεν είχα σκεφτεί  κανένα τίτλο. Το «λίγο μετά», μου ήρθε ξαφνικά ενώ κοιτούσα τον πίνακα τελειωμένο.

100 χρόνια απο μια φάρσα

    Στο   Σαλόνι του 1910 ο πίνακας ενός μέχρι τότε άγνωστου ζωγράφου, κάποιου Γιοακίμ Ραφαέλ Μπορονάλι, κάνει την έκπληξη και προκαλεί τα εκστασιασμένα σχόλια ορισμένων τεχνοκριτικών. Μερικές μέρες αργότερα, ολόκληρο το σχετικό με τη ζωγραφική Παρίσι  θα μάθει, μέσα σ ΄ ένα ηχηρό ξέσπασμα γέλιου εις βάρος του, την πραγματική ταυτότητα του δημιουργού εκείνου του Ηλιοβασιλέματος στην Αδριατική  με τα κραυγαλέα χρώματα. Δεν είναι άλλος από το Λολό, το γάιδαρο του γέρο – Φρεντέ, ή αλλιώς Αλιμπορόν , από το όνομα που εφηύρε ο Λα Φοντέν για το γάιδαρο των μύθων του και του οποίου αναγραμματισμός είναι το Μπορονάλι.

   Ο αντίπαλος της αβάν – γκαρντ, που ήθελε να κάνει πλάκα στον Απολινέρ, στον Πικάσο, στους κυβιστές και να γελοιοποιήσει τη νέα φουτουριστική ζωγραφική που αυτοί υποστήριζαν, είναι ο Ρολάν Ντορζελέ, που άλλωστε λάτρευε τις φάρσες. Του είχε έρθει ξαφνικά η ιδέα μιας πλάκας όταν είδε δίπλα στον Λολό μέσα στην αυλίτσα του   Λαπέν Αζίλ, τα δοχεία με τις πολύχρωμε μπογιές που είχε αποθηκεύσει ο Φρεντέ, σκοπεύοντας να ανανεώσει λίγο το καπηλειό του. Με τη βοήθεια του Αντρέ Βαρνό, έδεσε στην ουρά του υπέργηρου μαδημένου γαϊδάρου ένα πινέλο βουτηγμένο στην μπογιά και μετά του έδωσαν να φάει. Περισσότερα

λίγα λόγια για τον πίνακα «χωρισμόσ»

Ο κύκλος που περιβάλει τους δύο αγγέλους που χωρίζουν, είναι φτιαγμένος από χιλιάδες στίγματα ασημένιου χρώματος και στην πραγματικότητα είναι ανάγλυφος.
Βέβαια το κέντρο του μαυρίζει και μόνο στην περιφέρεια έχει μείνει καθαρό ασήμι.
Κάτω, δεξιά και αριστερά υπάρχουν δυο διακοσμητικά τέταρτα κύκλου. Στην αγιογραφία από τέτοια διακοσμητικά βγαίνει το χέρι του θεού που ευλογεί κάποιον άγιο ή  αγία, συνήθως σε σκηνή που αφορά κάποιο περιστατικό της ζωής τους.
Εδώ χέρι θεού δεν υπάρχει. Έτσι , τα διακοσμητικά αυτά συμβολίζουν απλά τον ουρανό.
Στην πάνω μεριά του πίνακα, υπάρχουν σπίτια και δέντρα ανάποδα. Ως γνωστόν τα σπίτια και τα δέντρα πατούν στη γη.
Ένα τέτοιο θέμα δεν επιτρέπει και πολλές αναγνώσεις παρά μόνο διαφορετικές συγκινήσεις και ονειροπολήσεις.
Γι’ αυτό και το «χωρισμόσ» γράφτηκε επίτηδες με μεγάλα γράμματα έτσι ώστε να μην τύχει ποτέ και κρεμαστεί ο πίνακας ανάποδα είτε από λάθος, είτε από σφάλμα.
(γιατί «σ» αντί «ς» μη με ρωτάτε, δεν ξέρω)
Όταν ξεκίνησα να κάνω το σχέδιο, η αρχική μου σκέψη ήταν να φτιάξω έναν πίνακα που θα τον ονομάσω «Η πτώση του Εωσφόρου».  Γι΄ αυτό και τα φτερά.  Μετά , όταν μου είπαν να δώσω έναν πίνακα για μια έκθεση με Κρήτες ζωγράφους, ήθελα να φτιάξω αυτόν, αλλά έκρινα , πως δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να θίξω τα χριστιανικά  ταμπού της μικρής ετούτης κοινωνίας. Έτσι, σκέφτηκα να τον ονομάσω «Ο χωρισμός των αγγέλων» , όπου η λέξη «χωρισμός» θα έχει και την έννοια του «ξεχωρισμός» (βίαιος).
Στην πορεία πήρε στο μυαλό μου ερωτικές προεκτάσεις το θέμα και κατέληξα στο σκέτο «χωρισμόσ» που πιστεύω περιλαμβάνει όλες τις παραπάνω περιπτώσεις.(ξαναλέω, πραγματικά δεν ξέρω γιατί «σ», αντί «ς»)
Αφού , λοιπόν – όπως είπαμε –  η γη είναι πάνω και ο ουρανός κάτω το ερώτημα που μπαίνει – και που από κει  ξεκίνησε η όλη ιδέα του πίνακα – είναι «ποιος πάει πάνω και ποιος κάτω;»
Μην προσπαθήσετε να απαντήσετε διότι:
α) Αν είστε ειλικρινείς θα δείτε πως δεν ξέρετε την απάντηση
β) Θα σας χαλάσει το όνειρο.(καλό ή κακό)
.
Υστερόγραφο: Ο πίνακας αγοράστηκε πριν ένα χρόνο από κάποιο γνωστό μου σε μια έκθεση που έκανα στο Ρέθυμνο. Αφού είχε αποφασίσει πως τον θέλει σίγουρα, πήγα να του πω δυο λόγια για τον πίνακα. Αυτά περίπου που έγραψα παραπάνω.
«Όχι! Όχι! Όχι!  Δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτα. Μπορώ; Εσείς οι καλλιτέχνες είστε  παλαβοί. Κι άμα μου πεις καμιά μαλακία και μου γκρεμίσεις ότι εγώ φαντάστηκα βλέποντάς τον;»

 

η ζώνη της Ιππολύτης

   
    Αν και το θέμα του πίνακα έχει μια σοβαρότητα – η οποία τονίζεται και απο την μονοχρωματική, σχεδόν,  κλίμακα – δεν άντεξα στον πειρασμό να μην παραθέσω τηνπαρακάτω ιστορία.
    Κάνετε τις μαύρες σκέψεις σας – όπως τις έκανα κι εγώ πριν τον ζωγραφίσω-βλέποντας τον θάνατο της Ιππολύτης, αλλά χαλαρώστε μετα, διαβάζοντας το πως πέθανε, με τον μοναδικό τρόπο του Νίκου Τσιφόρου
……………………………………………………………………………………………………………………………
    Πάμε παρακάτου. 
    Ο Ευρυσθέας τόβαλε βαθιά  μεσ’ την καρδιά του να μην τον αφήσει τον Ηρακλή να πάρει ανάσα.
    – Κύριε, του διεμήνυσε, πάντα με τρίτο πρόσωπο, θα πάτε να μου φέρετε τη ζώνη της Ιππολύτης.
    – Άμα της βγάλω τη ζώνη θα της πέσει το βρακί.
    – Να την φέρετε.
    Η Ιππολύτη, Περισσότερα

απο τον ένθρονο Δία στον ένθρονο Χριστό…και άλλα τινά

 

 

 

 

dias.jpg

     Με μια πρώτη ματιά ο πίνακας μοιάζει να εικονίζει τον Χριστό. Με μια δεύτερη και τρίτη όμως, παρατηρείς τις τρεις Χάριτες με τα γυμνά τους κωλαράκια και τη γυμνή φτερωτή νίκη. Ο ένθερμος χριστιανός κοκκινίζει, νοιώθει τεράστια προσβολή και ο  πίνακας χαρακτηρίζεται αμέσως βλάσφημος.  Όταν του πεις πως δεν είναι ο Χριστός αλλά ο Δίας, σε κοιτάζει λες και του μίλησες κινέζικα.   

 

    Εδώ, λοιπόν, θέλω να μιλήσω για κάποια από τα στοιχεία της αρχαίας ζωγραφικής που πέρασαν και στην χριστιανική τέχνη. Το θέμα έχει πολλές προεκτάσεις αλλά θα σταθώ κυρίως στην εικαστική του πλευρά.

 

    Ως γνωστόν στις τέχνες δεν συμβαίνουν παρθενογενέσεις.  Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες δεν υπήρχε ένα αυστηρά διατυπωμένο δόγμα. Υπήρχε όμως ένα διαμορφωμένο καλλιτεχνικό πλαίσιο με την δική του εικαστική γλώσσα. Ήταν απόλυτα λογικό  και αναμενόμενο, οι πρώτοι χριστιανοί ζωγράφοι να χρησιμοποιήσουν την ίδια γλώσσα και για τα λατρευτικά τους θέματα. Εξάλλου, μέχρι τον 9ο – 10ο αιώνα δεν υπήρχε κοινός κώδικας μεταξύ των αγιογράφων, ούτε και η στάση της εκκλησίας ήταν καθορισμένη σχετικά με την εικονουργία. Τα ζητήματα αυτά τέθηκαν κατά την εικονομαχία και λύθηκαν μέσα από φιλοσοφικές – θεολογικές αντιπαραθέσεις που κράτησαν σχεδόν διακόσια χρόνια..

    Ένα ζήτημα, για παράδειγμα, που δεν είχε λυθεί μέχρι τότε ήταν οι μορφές των αγίων, τους οποίους ο κάθε αγιογράφος ζωγράφιζε όπως τους φανταζόταν. Το Χριστό όμως τον έφτιαχναν πάντα με μακριά μαλλιά και γένια , όχι γιατί τον είχε δει κάποιος από τους πρώτους χριστιανούς ζωγράφους αλλά γιατί πολύ απλά αντέγραφαν τον Δία.  

             zeus.jpg   

   

  

 

 

 

 

Εδώ βλέπουμε μια αναπαράσταση του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Δία στην Ολυμπία (Φειδίας 5ος αι. π.Χ.) . Από αυτή την αναπαράσταση εμπνεύστηκα το Δία που ζωγράφισα. (η αναπαράσταση βρίσκεται στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο στην Αθήνα)

   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πολλά στοιχεία της αρχαίας λατρείας και τέχνης πέρασαν στον χριστιανισμό και με τους αιώνες άλλα αποβλήθηκαν κι άλλα καταστάλαξαν σ’ αυτό που γνωρίζουμε τα τελευταία χίλια χρόνια περίπου. Προσέξτε στην παρακάτω φωτογραφία το φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του… Ποσειδώνα . (Μουσείο Bardo Τυνησία , επιδαπέδιο ψηφιδωτό 2ος αι. μ.Χ.)        Περισσότερα