Χίτλερ ζεις, εσύ μας οδηγείς

Ο Χίτλερ ήταν ένας οραματιστής. Για την ακρίβεια, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους οραματιστές του 20ου αιώνα. Φαντάστηκε έναν κόσμο που θα κυριαρχείται από την Άρια φυλή, τους Γερμανούς Ναζί δηλαδή. Όσοι δεν υποτάσσονταν θα εξοντώνονταν. Φαντάστηκε έναν κόσμο σκλάβων. Έναν κόσμο ωμής βίας, πόνου και φρίκης. Η δύναμη του αρσενικού, με φωτιά και ατσάλι θα συντρίβει συνεχώς κάθε τι που θα κρίνει αδύναμο. Φυσικά σε έναν τέτοιο κόσμο η λέξη Ελευθερία θα ήταν ανύπαρκτη.

Αλλά και για τους κατακτητές Άριους η ζωή δεν θα ήταν και πολύ καλύτερη. Η σκέψη τους θα έπρεπε να είναι υποταγμένη στο όραμα του αρχηγού και των αρχηγών. Οι πράξεις τους θα καθορίζονταν με αυστηρή στρατιωτική πειθαρχεία. Άσε που δεν έχει ακόμα υπολογιστεί για πόσο καιρό αντέχει ο άνθρωπος να είναι συνεχώς βίαιος και βουτηγμένος στο αίμα, προτού τρελαθεί ολοσχερώς.

Περισσότερα

Advertisements

rat+σεισμός = ρατσεισμός

rat=αρουραίος. Οι αρουραίοι σκάβουν λαγούμια κάτω από τα πόδια μας υπονομεύοντας την ευστάθεια του εδάφους. Στην αρχή είναι λίγοι. Όσο τους ανεχόμαστε πολλαπλασιάζονται και όλοι μαζί κουφώνουν το υπέδαφος. Στο τέλος το οικοδόμημα θα καταρρεύσει σαν από σεισμό, καταπλακώνοντας φυσικά και τους ίδιους τους αρουραίους.

 

Η Μαρία Καραδελλή – Αραπάκη είναι μια τυπική Ελληνίδα του 2012 μ. Χ. και καθόλου δεν τη νοιάζει (γιατί δεν το ξέρει) που το όνομά της είναι μισό Εβραϊκό, μισό Τουρκοαραβικό. Τι σημασία έχουν, εξάλλου, τα ονόματα όταν είσαι Έλληνας μέχρι το κόκαλο; Για το μέσα από το κόκαλο η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Το μόνο σίγουρο είναι πως τα κόκαλα των Ελλήνων είναι ιερά. Αλλά γίνονται ιερά όταν είναι σκέτα! Νέτα σκέτα. Δεν γνωρίζω περισσότερα επί του θέματος και να μη σας πάρω στο λαιμό μου.

Εγώ αυτό που γνωρίζω είναι πως η Μαρία Καραδελλή – Αραπάκη τα’ χει πάρει στο κρανίο με τους Αλβανούς, τους Βούλγαρους, τους Σύριους, τους Αφρικανούς και τελευταίως με τους Πακιστανούς. Με όλα αυτά τα μιάσματα που έχουν κατακλύσει τη χώρα. Και που παίρνουν τις δουλειές από τους Έλληνες πατριώτες κακοποιούς και ο Έλληνας πατριώτης κακοποιός ούτε μια βρομοδουλειά της προκοπής δεν μπορεί να σταυρώσει.

Τις καλύτερες τράπεζες τις ληστεύουν οι ξένοι. Τα καλύτερα λαθραία τα πουλάν οι ξένοι. Μπουκάρουν οι δικοί μας σε μια χλιδάτη βίλα και τους έχουν προλάβει όλοι οι λαθρομετανάστες της περιοχής και των περιχώρων. Ακόμα και τα πιο στυγερά εγκλήματα, πλέον, τα κάνουν οι λαθρομετανάστες. Και αναγκάζονται οι δικοί μας, οι Έλληνες πατριώτες δολοφόνοι, να σφάζουν γουρούνια και γαλοπούλες τα Χριστούγεννα και αρνιά το Πάσχα, για να μη χάνουν την επαφή τους με το αίμα. Μάλιστα οι πιο διεστραμμένοι από αυτούς με τα έντερα και τα εντόσθια τυλίγουν κοκορέτσια.

Είναι φοβερό αυτό που συμβαίνει και που το ακούμε συνεχώς και από τις ειδήσεις (για την ακρίβεια, μόνο από τις «ειδήσεις»): Όπου έγκλημα και ξένος! Όλα τα εγκλήματα τα κάνουν οι ξένοι και βασικά, οι λαθρομετανάστες. Κανένα έγκλημα δεν γίνεται, πλέον, από Έλληνα πατριώτη! Η ανεργία του Έλληνα κακοποιού έχει χτυπήσει κόκκινο. Κι έτσι, υποχρεώνονται να γίνουν παπατζήδες, γιατί στον «παπά» οι ξένοι δεν τα καταφέρνουν, λόγω γλώσσας. (Πως να πει ο Πακιστανός «εδώ παπάς εκεί παπάς πουν’ ο παπάς»; Ενώ ο Έλληνας το’ χει στο αίμα του).

Γι΄ αυτό και η Μαρία Καραδελλή – Αραπάκη έκατσε κι έγραψε μια επιστολή διαμαρτυρίας, την οποία ανάρτησε στο διαδίκτυο και έκανε θραύση. Έκανε θραύση, διότι αυτή η αγνή Ελληνίδα αποτύπωσε με το λόγο της τις βαθύτερες αλήθειες που είναι ριζωμένες στο αίμα της εκπληκτικής φυλής μας.

Και ιδού η επιστολή:
«Αδέρφια μου, αλήτες, Πακιστανοί και λοιποί λαθρομετανάστες…
Σας παρακαλώ πολύ μην είσαστε τόσο μαλάκες, γιατί μας αναγκάζετε να γίνουμε ρατσιστές. Κι εμείς οι Έλληνες μισούμε τον ρατσισμό χειρότερα κι από την πεθερά μας. Απόδειξη για το πόσο αγαπάμε τους ξένους είναι ότι παίρνουμε ξένους προπονητές για την εθνική μας, φιλοξενούμε τους τροϊκανούς στις καλύτερες σουίτες, μαθαίνουμε στα παιδιά μας Γερμανικά για να σερβίρουν τους Γερμανούς τουρίστες και τώρα τελευταία αρχίζουμε να μαθαίνουμε και Ρώσικα (για τον ίδιο λόγο).

Ούτε και με τους μαύρους έχουμε πρόβλημα. Απόδειξη ο Ριβάλντο, ο Σισέ και τόσοι άλλοι που αποθεώθηκαν στα ένδοξα ελληνικά μας γήπεδα. Παλιότερα μάλιστα, θέλαμε να κάνουμε Έλληνα και τον Χουάν Ραμόν Ρότσα Μπουμπλής! Αλλά του Χατζηπαναγή, που ήτανε Έλληνας, δεν θέλαμε να του δώσουμε την υπηκοότητα για να μη φανεί πως κάνουμε διακρίσεις και μας πουν εθνικιστές! Μέχρι και πρωθυπουργό είχαμε που ο κολλητός του ήτανε Παλαιστίνιος, ονόματι Αραφάτ.

Δεν είμαστε, λοιπόν, εμείς ρατσιστές. Εσείς μας αναγκάζετε να γίνουμε που ήρθατε να χέσετε στα άγια χώματά μας. Σας παρακαλώ πολύ, όλοι εσείς οι αισχροί λαθρομετανάστες να ξεκουμπιστείτε από τον τόπο μου και από τα ιερά ετούτα χώματα που τα έχει ποτίσει το σκατό ενός Αριστοτέλη, ενός Μεγαλέξανδρου, ενός Παπαφλέσσα, κι ακόμα ενός Βενιζέλου, ενός Καζαντζίδη, ή μιας Βουγιουκλάκη.
Πως τολμάτε να μολύνετε τούτα τα χώματα που συνεχίζουν να τα προσκυνούν και να τα χέζουν κώλοι όπως του Μάκη, του Σάκη, του Άκη του Κεντέρη, της Τζούλιας, του Λαζόπουλου, της Άντζελας Δημητρίου και του Αλέφαντου;
Επιτέλους! Θέλουμε μόνο Ελληνικοί κώλοι να χέζουν τα ιερά Ελληνικά χώματα!

Πριν έρθετε εσείς εδώ, εμείς δεν ήμασταν ρατσιστές. Αλλά όταν ήρθατε στη χώρα μου και στο μέρος μου, αδέρφια μου, αλήτες, λαθρομετανάστες, και όλα τα κανάλια από το πρωί ως το βράδυ, χρόνια τώρα, μας εξήγησαν και μας ανέλυσαν διεξοδικά τι σόι βρωμιάρηδες και μιάσματα είστε, μας αναγκάσατε να γίνουμε. Γιατί; Τι σας φταίξαμε και θέλετε να μας κάνετε ρατσιστές;»

Θα έγραφε κι άλλα η Μαρία, αλλά εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα και μπούκαρε μέσα ο άντρας της ο Σήφης (άλλο ελληνικότατο όνομα).
Γρήγορα, γρήγορα, ανάρτησε το κείμενο στο Facebook και σηκώθηκε να υποδεχτεί τον Σήφη.

Αυτός, ψιλοπαραπατώντας, και με μάτι απροσδιορίστου καθαρότητας (λες να’ χε πάθει καμιά γανάρα;) της φώναξε:
«Πάλι στο κωλο ίντερνετ ήσουν μωρή;»
«Πάλι αντρούλη μου, πάλι. Γιατί; Κακό είναι;»
«Κακό είναι άμα είσαι όλη μέρα. Πολύ κακό. Και τι έκανες; Πάλι για τους λαθρομετανάστες έγραφες;»
«Ε μα Σήφη μου, έχει παραγίνει το κακό. Δεν μπορούμε να ζήσουμε με τόσους λαθρομετανάστες γύρω μας»
«Ναα! Βλαμμένη!» τη φασκέλωσε ο Σήφης, ψιλοπαραπατώντας και ψιλοτρεκλίζοντας.

«Οι δικοί μας οι «πατριώτες» μας έχουν πάρει και τα σώβρακα, τώρα χαρίζουνε και τη γη μας, και κάτι ανόητοι σαν εσένα ασχολούνται με τους λαθρομετανάστες. Μωρή ανεγκέφαλη, σπρώξανε την Αγροτική τράπεζα στους Εβραίους της Πειραιώς κι εσύ αποχαυνώνεσαι με τους Πακιστανούς;»
«Και τι σε νοιάζει εσένα Σήφη μου για την Αγροτική και αν θα την πάρουν οι Εβραίοι; Οι Εβραίοι είναι το πρόβλημά σου ή οι Ρώσοι που σου φάγαν τη δουλειά με τις πουτάνες και τώρα αναγκάζεσαι να κάνεις τον αγρότη;»
«Δεν ξέρεις τι σου γίνεται γυναίκα! Το χωράφι που έχω είναι υποθηκευμένο στην Αγροτική και τώρα που τη χαρίσανε στην Πειραιώς κινδυνεύουμε να μας το πάρουν. Το’ πε και η Παπαρήγα.»

«Αμάν! Αμάν Σήφη μου! Τι είναι τούτα που μου λες; Κι άμα μας το πάρουνε που θα φυτεύουμε τα χασίσια;»
«Έλα ντε! Γι’ αυτό σου λέω πως είσαι ανόητη. Σου παπαριάζουν το μυαλό με μαλακίες για τους λαθρομετανάστες για να μη βλέπεις ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα.»
«Πω! Πω!»
αναφώνησε η Μαρία κρύβοντας τα μάτια με τα δυο της χέρια
«Τα χασίσια Σήφη μου. Θέλουν να μας πάρουν και τα χασίσια. Θα γεμίσουμε Αλβανικά, Βουλγάρικα, Τούρκικα , Αράπικα και Πακιστανικά χασίσια. Πάει η φυλή μας! Σβήσαμε ως Έλληνες!».

 

Κρητική Επιθεώρηση 15/8/2012

Γανάρα σε κρίση

Αγαπητή αναγνώστρια.
Ξέρω πως η σχέση μας είναι δυνατή και παθιασμένη. Ξέρω πως κάθε Πέμπτη με περιμένεις πως και πως. ‘Όμως γλυκιά μου, πρέπει να μείνω για λίγο μόνος . Να ξανασκεφτώ τη σχέση μας.
Αγαπητέ αναγνώστη.
Και ο δικός μας δεσμός είναι δυνατός και παθιασμένος και ξέρω πως θα σου λείψω. Για να παρηγορηθείς από την απουσία μου μπορείς να βρεις την αγαπητή αναγνώστρια και … «κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια, κελαηδήστε…»
Η Γανάρα, πλέον, θα σας επισκέπτεται αιφνιδιαστικά. Θα σας κάνει έκπληξη.

Πρέπει όμως να σας εκθέσω και κάποιους από τους λόγους της διάρρηξης αυτής της – εδώ και δέκα μήνες περίπου – σταθερής μας σχέσης.

Περισσότερα

η αλήθεια για τον όρκο στο «Λαυράκι»

Εγώ, ο Αλή Έξανδρος Πασαλάκης πασάς των Γαναρίνων, τώρα στα στερνά μου, που περιμένω τον κωλότουρκο να με σφάξει, λέω πρώτα και προφητεύω μετά.
Και λέω πρώτα:
Οι γκιαούρηδες έχουν σηκώσει μπαϊράκι εδώ και κάνα χρόνο.
Αυτό, ενώ το προγραμμάτιζαν χρόνια με μια κρυφή εταιρεία με όρκους και τα ρέστα , τελικά έγινε τυχαία και εξ’ αιτίας μεγάλης κραιπάλης. Και να πως:

Περισσότερα

παιδική εγκληματικότητα (μέρος γ΄)

αστυνομική περί υπαίτια σε τρία μέρη  (μέρος μακρύτερο)

άθλος του Ηρακλή Πουμαρώ

Περίληψη προηγουμένων
Μετά από μια ομιλία του καθηγητή Σαλταράκη για την παιδική εγκληματικότητα που παρακολούθησαν με ενθουσιασμό οι δασκάλες Μαίρη, Κλαίρη, Φωφώ και Μάγγη, οι τρεις πρώτες βρέθηκαν νεκρές με έναν λευκό κρίνο στο στήθος. Η τέταρτη η Μάγγη, έπαθε υστερικό σοκ. Από τα κεντρικά της αστυνομίας έστειλαν τον επιθεωρητή Πουμαρώ να εξιχνιάσει τα εγκλήματα (πράγμα που δεν άρεσε καθόλου στον τοπικό διοικητή αστυνόμο Μπεκάκη). Ο επιθεωρητής Πουμαρώ έχει βρει τον δολοφόνο, αλλά δεν έχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Αποφασίζει να ρισκάρει και να του στήσει μια παγίδα. Έτσι, οργανώνει μια μάζωξη στο , υπό κατάληψη, δημαρχείο.
Η αίθουσα συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου ήταν γεμάτη ασφυκτικά. Αν και επρόκειτο να αποκαλυφθεί ένας δολοφόνος, το κλίμα έμοιαζε γιορτινό (όπως και σε κάθε κατάληψη εξάλλου). Εκτός από αρκετούς καταληψίες και όλους, σχεδόν, τους δασκάλους του νομού, στην αίθουσα βρίσκονταν εκπρόσωποι του υπουργείου, το αφεντικό, ο καθηγητής Σαλταράκης, ο Παναγιώτης, εκπρόσωποι συλλόγων γονέων, καμπόσοι ρουφιάνοι, ο πρόεδρος του εμπορικού επιμελητηρίου, δυο παπάδες, τρεις ναύτες, ένας φωτογράφος, καμπόσοι χασισέμποροι, ένας ψαράς, η κυρία Ματούλα και διάφοροι άλλοι που δεν τους ήξερα.
Ήταν και μερικοί αστυνομικοί με στολές. Είχαν λάβει όμως οδηγίες να είναι διακριτικοί και να μη δίνουν στόχο. Έτσι έκαναν πως έστελναν μηνύματα με τα κινητά τους και στο τέλος κανείς δεν τους έδινε σημασία. Εδώ που τα λέμε κι αυτοί ξέχασαν που βρίσκονταν, γιατί απορροφήθηκαν με το να στέλνουν μηνύματα μεταξύ τους.
Ιδού μερικά:
«Ρε μαλάκα με βάλανε έξω από το δημαρχείο και μου την έχει παίξει. Τι γίνεται μέσα;»
«Καλά είναι μέσα. Έχει κι ωραία γκομενάκια»
«Όχι ρε πούστη μου! Και καμάκωσες καμιά;»
«Να σου πω. Με κοιτάζουν σχεδόν όλες. Αλλά δε μ΄ αρέσει το βλέμμα τους. Μοιάζει σα να θέλουν να με δείρουν ρε μαλάκα!»

Περισσότερα

παιδική εγκληματικότητα (μέρος β΄)

αστυνομική περί υπαίτια σε τρία μέρη
άθλος του Ηρακλή Πουμαρώ

περίληψη προηγουμένου
Τέσσερις δασκάλες, η Μαίρη, η Κλαίρη, η Φωφώ και η Μάγγη, παρακολούθησαν με ενθουσιασμό μια ομιλία του καθηγητή Σαλταράκη για την παιδική εγκληματικότητα. Λίγες μέρες μετά βρέθηκε νεκρή η Μαίρη με έναν λευκό κρίνο στο στήθος και στη συνέχεια, πτώμα επίσης, και η Κλαίρη, επίσης με έναν λευκό κρίνο στο στήθος. Οι δάσκαλοι που τις αντικατέστησαν, την πρώτη μέρα της παρουσίας τους έβαλαν τα παιδιά να παίξουν κουτσό, άλλα με το δεξί πόδι, άλλα με το αριστερό, άλλα με το πουλί τους κι άλλα με το κεφάλι.

Ωστόσο, οι έρευνες της αστυνομίας δεν έβγαζαν πουθενά. Εκτός των άλλων δεν μπορούσαν να βρουν και την αιτία θανάτου. Αποφάσισαν τότε από τα κεντρικά της Αθήνας να στείλουν για ενίσχυση τον επιθεωρητή Πουμαρώ. Του αστυνόμου Μπεκάκη δεν άρεσε καθόλου αυτή η εξέλιξη. Για την ακρίβεια τα πήρε στο κρανίο.
«Οι καργιόληδες!!! Κ’ ίντα θένε να μας επούν δηλαδή; Πως είμαστε άχρηστοι;»
Προσπάθησε να βάλει βύσμα έναν βουλευτή, για να ανακληθεί η άφιξη του επιθεωρητή , αλλά με όλο αυτό το μπάχαλο που γίνεται στη χώρα ο βουλευτής τον ξέχεσε. Περισσότερα

παιδική εγκληματικότητα (μέρος α΄)

αστυνομική περί υπαίτια σε τρία μέρη

άθλος του Ηρακλή Πουμαρώ

Όλα έγιναν σαν σε όνειρο
Ο καθηγητής Σαλταράκης ήταν στην τουαλέτα για κατούρημα. Όταν κατέβηκε κάτω κι ενώ ανέβαζε το φερμουάρ του, είδε ένα τσούρμο δασκάλους στη μεγάλη αίθουσα. Όρθιοι όλοι, άκουγαν με χλιαρό ενδιαφέρον τον Παναγιώτη. Στην είσοδο της αίθουσας στέκονταν τ’ αφεντικό.
«Τι γίνεται εδώ;»
«Ήρθαν οι δάσκαλοι για επιμόρφωση στην παιδική εγκληματικότητα», είπε τ’ αφεντικό. «Μετά τον Παναγιώτη θα τους πεις κι εσύ δυο λόγια»
«Εγώ! Τι να τους πω εγώ; Εγώ είμαι ζωγράφος! Κι εξάλλου, εγώ είχα πάει για κατούρημα. Δεν ήξερα τίποτα.»
«Άστα αυτά! Δυο λεπτάκια θα τους μιλήσεις. Κάτι θα βρεις. Πρέπει κι εσύ να εκπροσωπήσεις την εταιρία μας.»
Ω ρε πούστη μου πως έμπλεξα! σκεφτόταν ο Σαλταράκης και προχωρούσε προς την αίθουσα.
«Αλήθεια , εσύ ποιος είσαι;» γύρισε και ρώτησε.
«Τι πα να πει εγώ ποιος είμαι; Εγώ είμαι το αφεντικό… Του υπουργείου.»
«Ααα…»
Μπήκε μέσα την ώρα που ο Παναγιώτης τους χαιρετούσε κι έμεινε μόνος του με καμιά κατοστή (και βάλε) δασκάλους, αλλά κυρίως δασκάλες. Ενώ σκεφτόταν πως ν’ αρχίσει, του φάνηκε πως το πλήθος λιγόστευε.
«Δεν ισχυρίζομαι πως για την παιδική εγκληματικότητα φταίει το σχολείο, αλλά είναι μια από τις κύριες αιτίες της.»
Κάνοντας ένα γύρω το κεφάλι του, αντιλήφθηκε πως οι δάσκαλοι είχαν μείνει οι μισοί (και βγάλε).
«Όταν έχουμε έναν αρρωστημένο οργανισμό όπως είναι το σχολείο, το παιδί, που σφύζει από υγεία, νοιώθει σα φυλακισμένο. Ως εκ τούτου, γυρεύει παντοιοτρόπως να αποδράσει από ετούτη την κατάσταση. Και δικαίως, αν μ’ εννοείτε.»
Ρίχνοντας μια ματιά στο ακροατήριό του, ο καθηγητής Σαλταράκης διαπίστωσε πως είχαν μείνει μόνο τέσσερις δασκάλες που κάθονταν σε δύο θρανία παλαιού τύπου. Από εκείνα τα ξύλινα τα ψηλά τα μονοκόμματα. Τον κοιτούσαν στα μάτια κι ενώ κρέμονταν από τα χείλη του, αυτός στοχάζονταν τι παπαριά θα βρει να πει παρακάτω.
«Για έναν μαθητή όμως, η απόδραση από το σχολείο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Κι έτσι, ο αρχικός ερεθισμός που του δημιουργείται από τη συνειδητοποίηση της κατάστασης του εγκλεισμού του, εντός του σχολικού ιδρύματος, σιγά, σιγά μετατρέπεται σε αντίδραση. Παίρνει μορφή, ως συμπεριφορές που όλες τους κρύβουν σπέρματα βίας.»
Οι δασκάλες άκουγαν με ανοιχτό το στόμα. Από αριστερά προς τα δεξιά ήταν η Μαίρη, η Κλαίρη, η Φωφώ και η Μάγγη. Νεαρές, ευειδής και ευήκοες απ’ ότι φαίνεται.

Του καθηγητή είχε γυαλίσει λίγο το μάτι του. «Μήπως το παρακάνω;» σκεφτόταν. Από μακριά το αφεντικό (του υπουργείου) του έκανε νοήματα να τελειώνει.
«Επαναλαμβάνω. Δεν είναι μόνο το σχολείο που ευθύνεται για την παιδική εγκληματικότητα. Είναι κι άλλοι παράγοντες. Αλλά εσείς ως δασκάλες να προσέχετε τα παιδιά. Είναι τέρατα. Σε τελική ανάλυση απ’ όπου κι αν προέρχεται η βία τους, εσείς να φυλάγεστε. Η καθημερινή επαφή μαζί τους σας κατατάσσει σε ομάδα υψηλού κινδύνου. Πάντως για ότι πρόβλημα προκύψει εγώ είμαι δω.»
Ακούστηκε το δυνατό βήξιμο του αφεντικού.
«Και φυσικά και η εταιρία μας» συμπλήρωσε ο καθηγητής Σαλταράκης.
Οι δασκάλες είχαν κατενθουσιαστεί και δεν ήθελαν να φύγουν. Με το ζόρι τις ξεκόλλησαν.

Πέρασαν λίγες μέρες και την πρώτη απ’ αυτή , την Μαίρη, την βρήκαν μια Δευτέρα αργά τ’ απόγευμα στο προαύλιο του σχολείου, εις χωρίον Σκουντούφλια. Ήταν ξάπλα, ανάσκελα , με τα χέρια ανοιχτά και – κατά κοινή ομολογία – εντελώς πτώμα. Δεν υπήρχαν εμφανή σημάδια βίας και τα λαγωνικά της αστυνομίας, αρχικά νόμιζαν πως είχε κρατήσει την αναπνοή της. Πάνω στο στήθος της βρήκαν κι έναν λευκό κρίνο.

Θρήνος ξέσπασε στο χωριό, αλλά και μεγάλη αναστάτωση. Την επομένη μέρα, Τρίτη, αλλά και την Τετάρτη, το σχολείο έμεινε κλειστό λόγω πένθους. Την Πέμπτη έφτασε αναπληρωτής δάσκαλος, ο οποίος είπε στα παιδιά πως για κείνη την ημέρα δεν θα έκαναν μάθημα και πως θα μπορούσαν αν ήθελαν, μέχρι να σχολάσουν, να παίξουν κουτσό.
Μετά από λίγο όμως, ένα παιδί διαμαρτυρήθηκε πως κουράστηκε να παίζει κουτσό στο ίδιο πόδι.
«Μα μπορείτε ν’ αλλάζετε πόδι όποτε κουράζεστε.»
Χαρούμενα τα παιδιά συνέχισαν το παιχνίδι τους, αλλά κάμποση ώρα μετά ήρθαν μερικά, αναψοκοκκινισμένα και θυμωμένα και είπαν στο δάσκαλο:
«Δεν πάει άλλο αυτό το παιχνίδι του διποδαρισμού! Δε γίνεται να παίζουμε συνέχεια κουτσό, τη μια με το’ να πόδι και την άλλη με το άλλο!»
«Και τι θέλετε να γίνει;»
«Να παίζουμε κουτσό και με το πουλί μας»
«Νομίζετε πως μπορείτε να κάνετε τέτοιο πράγμα;»
«Φυσικά και μπορούμε!»
«Ελεύθερα τότε»
Κι έτσι όσοι περνούσαν έξω από το σχολείο έβλεπαν τα παιδιά στο προαύλιο να παίζουν κουτσό άλλα με το δεξί πόδι, άλλα με τ’ αριστερό κι άλλα με το πουλί τους.

Πέρασαν κάνα δυο βδομάδες άκαρπων ερευνών από πλευράς αστυνομίας και μια Δευτέρα στο χωριό Φλεβοτόμος, βρέθηκε μέσα στ’ αμάξι της και η δεύτερη δασκάλα, η Κλαίρη. Δυστυχώς, ήταν κι αυτή λείψανο. Επίσης δίχως εμφανή σημάδια βίας κι επίσης με έναν λευκό κρίνο στο στήθος της. Το πράγμα σοβάρεψε. Τα λαγωνικά της τοπικής αστυνομίας κατάλαβαν πως έχουν να κάνουν με κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις τους , αν και ο αστυνόμος Μπεκάκης επέμενε πως είναι θέμα ημερών η διαλεύκανση του μυστηρίου. Στο χωριό Φλεβοτόμος έπεσε πένθος βαρύ, γιατί αγαπούσαν τη δασκάλα. Έπεσε όμως κι ανησυχία και ταραχή μεγάλη. Τον λευκό κρίνο τα αστυνομικά τσακάλια πρόλαβαν και τον έκρυψαν κι έτσι, προς το παρόν, αποφεύχθηκε η σύνδεση των δύο περιστατικών.

Το σχολείο έμεινε δυο μέρες κλειστό και την Πέμπτη ήρθε καινούριος δάσκαλος, ο οποίος είπε στα παιδιά πως λόγω των συνθηκών, δεν θα έκαναν μάθημα εκείνη τη μέρα και πως μέχρι να σχολάσουν μπορούν να παίξουν κουτσό είτε με το ένα πόδι, είτε με το άλλο, ή ακόμα και με το πουλί τους, αν προτιμάνε.
Μετά από λίγη ώρα κάποιοι μαθητές της 5ης και της 6ης ήρθαν και διαμαρτυρήθηκαν έντονα.
«Είναι ντροπή αυτό το παιχνίδι του διποδαρισμού , που ενθαρρύνετε, κύριε! Δεν ανεχόμαστε όμως να παίξουμε και κουτσό με το κάτω μας κεφάλι.»
«Και τι θέλετε να κάνετε;»
«Να παίξουμε κουτσό με το πάνω μας κεφάλι. Το κανονικό. Που να μπορούν και τα κορίτσια.»
«Και μπορείτε να κάνετε τέτοιο πράγμα;»
«Ναι, έχουμε κάνει ένα συνασπισμό μερικοί διανοούμενοι μαθητές κι έχουμε προπονηθεί στο να χτυπάμε το κεφάλι μας στο πάτωμα.»
«Ε τότε εντάξει! Ελεύθερα.»
Κι έτσι, όσοι περνούσαν έξω από το σχολείο, έβλεπαν τα παιδιά στο προαύλιο να παίζουν κουτσό, άλλα με το δεξί πόδι, άλλα με τ’ αριστερό, άλλα με το πουλί τους κι άλλα με το κεφάλι τους. Αυτά τα τελευταία ήταν σαν ανάποδα καγκουρό.

συνεχίζεται…

 

http://www.goodnet.gr/index.php?id=33,66102,0,0,1,0

Previous Older Entries