για πούλημα

Είχε μέρες να έρθει η οχτάχρονη κόρη μου στην Αγκρέκο και δεν είχε δει την τελευταία μου αυτοπροσωπογραφία. Το μάτι της έπεσε αμέσως πάνω της και χαμογέλασε.

– Γιατί σε ζωγράφισες νέο;

Μετά έκανε τη βόλτα της, έπαιξε, έτρεξε, ξεκίνησε να ζωγραφίζει κάτι και σε ανύποπτο χρόνο με ρωτάει:

– Μπαμπά, γιατί πουλιέσαι;

– Πως;!

– Λέω γιατί πουλιέσαι;

– Δεν σε καταλαβαίνω, τι εννοείς γιατί πουλιέμαι;

– Γιατί πουλιέσαι, ξαναλέει επίμονα και με το βλέμμα της μου δείχνει την αυτοπροσωπογραφία μου , η οποία , πράγματι, έχει μία τιμή άνω των 100 ευρώ.

– Ααα! (τότε μόνο κατάλαβα). Όπως πουλάω τις άλλες ζωγραφιές μου, έτσι πουλάω κι αυτή.

– Ναι αλλά είσαι εσύ.

– Ναι εγώ είμαι, ήταν το καλύτερο που βρήκα να πω.

 

Αργότερα, κι ενώ ήμασταν στην αυλή, πέρασε ένας γνωστός και μας χαιρέτησε. Είχε καιρό να δει την κόρη μου κι άρχισε τα χαζά κομπλιμέντα που συνήθως κάνουν οι μεγάλοι στα παιδιά, για να καταλήξει ρωτώντας με «Πουλείς την μρε; Πουλείς την;»

– Όι δα! Σιγά μη την πουλώ! Αυτή με πουλάει!

απάντησα εξίσου ανόητα και αφού γελάσαμε, απομακρύνθηκε ο γνωστός. Και τότε μου λέει αμέσως η κόρη μου:

– Μπαμπά, γιατί λες ψέματα; Αφού μόνος σου πουλιέσαι!

η ζωή δεν είναι δίκαια

– Ρε μπαμπά, η ζωή δεν είναι δίκαια

– Γιατί το λες αυτό κούκλα μου;

– Όσοι έχουν τις πολυκατοικίες δεν θα έπρεπε να πληρώνονται, κι αυτοί που δουλεύουν για να χτίζουν τα σπίτια, να μην πληρώνονται, και οι γιατροί να μην πληρώνονται, κι όλοι που κάνουν μια δουλειά να μην πληρώνονται, ούτε η μαμά, ούτε εσύ. Κι άμα θέλαμε κάτι να το παίρναμε χωρίς να πληρώνουμε. Να μην υπήρχαν καθόλου λεφτά. Δεν είναι δίκαιο να υπάρχουν λεφτά.

 

(χθεσινός διάλογος με την 7χρονη κόρη μου)

μοιρασιά

Η κόρη μου (5 χρονών) και η ξαδέρφη της (6) είπαν χτες τα κάλαντα σε κάτι γνωστούς και συγγενείς

Το ενδιαφέρον της ιστορίας είναι το πως μοίρασαν τα λεφτά:

Η μία πήρε τα κέρματα κι η άλλη τα χάρτινα!

Όταν το βράδυ προσπαθήσαμε να τους εξηγήσουμε πως δεν τα μοίρασαν σωστά, έβαλαν τα κλάματα.

Επέμεναν πως έτσι έπρεπε να τα μοιράσουν και πως εμείς δεν ξέρουμε.

Μάλλον έχουν δίκιο.

Η αξία των χρημάτων έγκειται στο τι κάνεις μ’ αυτά.

 

τι θα γίνουν τα παιδιά όταν μεγαλώσουν;

Η μικρή μου κόρη στην αρχή ήθελε να γίνει δασκάλα. Τελευταία όμως, που ζηλεύει την ξαδέρφη της που πάει στο μπαλέτο, θέλει να γίνει μπαλαρίνα. Τις προάλλες , στα εγκαίνεια μιας έκθεσης ζωγραφικής μου, εκεί που είχαμε ξεμοναχιαστεί για λίγο οι δυο μας, μου αποκάλυψε:
«Μπαμπά, εγώ όταν μεγαλώσω θα γίνω μπαλαρίνα και ζωγράφισσα»
«Α… ναι; Ωραία»
«Ναι, αλλά δεν θα κάνω εκθέσεις»
«Και τι, θα ζωγραφίζεις να τα βλέπεις μόνο εσύ;»
«Ναι. Ε και άμα έρθει κανείς στο σπίτι…»
«Μάλιστα»
«Αλλά θα είμαι ζωγράφισσα μέχρι να παντρευτώ. Μετά δεν θα ζωγραφίζω.»

αυτοψυχαναλύοντας το μεταφυσικό μου στραπάτσο

 Σε κάποια «φάση»  του Δημοτικού ο δάσκαλος μας έβαλε την κλασσική έκθεση «Γράψτε ποιος είναι ο καλύτερός σας φίλος»
Δεν ξέρω τι γίνεται σήμερα, αλλά τότε οι δασκάλοι είχαν το συνήθειο να διαβάζουν τις εκθέσεις μας μπροστά σε όλη την τάξη.
Το λοιπόν, κάποιοι συμμαθητές πολύ ψυλλιασμένοι (δεν ξέρω από πού και πως) έγραψαν πως ο καλύτερός τους φίλος είναι  το βιβλίο. Αυτοί πήραν και τα πιο πολλά μπράβο από τον δάσκαλο, ο οποίος δάσκαλος – δεν ξέρω για ποιο λόγο , ίσως ήταν Χιτσκοκικός – τους έδινε τα μπράβο προτού διαβάσει την έκθεσή τους. Μας προϊδέαζε δηλαδή ο αθεόφοβος χριστιανός, πως αυτό που θα μας διαβάσει είναι πολύ καλό.
Και μας διάβαζε πρώτα τις εκθέσεις των συμμαθητών που είχαν καλύτερο φίλο – λέει – το βιβλίο.
Ρε τα κωλόπαιδα!
Ανάθεμα κι αν είχαν δει βιβλίο πριν πάνε στο σχολείο. Ανάθεμα κι αν είχαν δει κι άλλο βιβλίο πέρα από το Αναγνωστικό (κι αυτό κλειστό!)
Τι κόλπα είν’ αυτά; Κι εγώ που έχω οργώσει τους Ιούνιους Βερν και έχω κυλιστεί στους βάλτους της Πηνελόπης Δ , να μην το σκεφτώ; Άσε που’ χω ρημάξει το περίπτερο να σουφρώνω «Μικρούς Σερίφηδες»
Κοίτα να δεις  κάτι αδικίες! Άλλοι να διαβάζουν τα βιβλία κι άλλοι να θεωρούνται φίλοι τους.
Πολύ είχα στεναχωρηθεί  τότε, που ο δάσκαλος μοίραζε αβέρτα τα μπράβο στους φίλους του βιβλίου. Γιατί, μην κοιτάς τώρα που μπορεί να του σούρνω διάφορα, τότε τον εκτιμούσα πολύ τον δάσκαλο.
Κάποιοι άλλοι συμμαθητές – επίσης μιλημένοι – έγραψαν πως ο καλύτερός τους φίλος είναι ο σκύλος. Γι’ αυτό το θέμα περί σκύλου που είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου κάτι είχα ακούσει κι εγώ, αλλά δεν του είχα δώσει μεγάλη βάση καθότι   εμείς δεν είχαμε σκύλο.
Μόνο μια καρδερίνα, που όλο ψοφούσε και παίρναμε άλλη.
Αλλά ούτε κι αυτοί που το’ γραψαν είχαν σκύλο. Το ήξερα σίγουρα.
Ρε τι γίνεται;!

Γιατί μοιράζει έτσι τα  μπράβο ο δάσκαλος;
Εγώ πάλι, έγραψα πως ο καλύτερός μου φίλος είναι ο Στράτος.
Ο Στράτος έγραψε πως ο καλύτερός του φίλος είναι ο Βαγγέλης.
Ο Βαγγέλης, πως ο καλύτερός του φίλος είναι ο Θανάσης…
…..
Ά μάν ζημιά!
Σα να σε κάνει ρόμπα ο εξομολογητής σου!
«Γιατί ρε τσόγλανε έγραψες πως ο καλύτερός σου φίλος είναι ο Βαγγέλης;»
«Αφού αυτός είναι!»
«Δεν είμ’ εγώ;»
«Όχι»
«Φτου σου ξεφτίλα! Κι ο Βαγγέλης έγραψε πως ο καλύτερός του φίλος είναι ο Θανάσης, όχι εσύ. Καλά να πάθεις!
Μαλάκα!»
Α μάν ζημιά!
Το σοκ μου από εκείνη την «αθώα» έκθεση ακόμα να το ξεπεράσω.
Και κάπου εκεί – γιατρέ μου – αρχίζει και η αμφισβήτησή μου προς το θεό…
Που ήταν ο καλύτερός μου φίλος μετά τον Στράτο.

η λύση για τα ενοχλητικά τηλεφωνήματα των τραπεζών

  

Η κουβέντα στο ψιλικατζίδικο γρήγορα στράφηκε προς τα κει που στρέφονται σχεδόν όλες οι συζητήσεις γύρω από τον πάγκο με τις απλωμένες εφημερίδες.

«Και παίρνουν οι πούστηδες τηλέφωνα και σε πρήζουν. Ρε δεν έχω! Τι θες να κάνω;»

«Μα να’ χεις το ζόρε σου που δε βρίχνεις τα λεφτά, να σε τροζαίνουν κι αυτοί κάθε τρεις και λίγο με το τηλέφωνο!»

«Εγώ κουμπαριό ηρέμησα. Μα σου την έφτιαξα ’γω  τη σκρόφα να τρέχει και να μη φτάνει»

«Ήντα ‘ καμες δηλαδή;»

«Με παίρνει τηλέφωνο πως έχω καθυστερήσει τη δόση και σούξου μούξου.

– Πως σε λένε και τίνος είσαι; της λέω αγριεμένα.

– Μα κύριε …

– Άσε τα μα και ξε μα. Εσύ πως ξέρεις ποιος είμαι γω, το τηλέφωνό μου, που μένω, πόσα χρωστάω.

Με ποια μιλάω; της αγριεύω

Πως σε λένε και τίνος είσαι;

– Κατερίνα Ασκαλουπάκη του Γεωργίου, εντάξει τώρα;

– Λοιπόν κοπελιά , άκουσε να δεις. Έχω φτάσει στο μη παρέκει. Θα παίξω μια να τα κάμω ούλα τρόχαλο. Στο αχά είμαι να πάρω ένα μπιστόλι να τινάξω τη κεφαλή μου στον αέρα. Θ’ αυτοκτονήσω το καταλαβαίνεις; Και θα γράψω στο σημείωμα τ’ όνομά σου και πως μ’ ενοχλούσες εσύ από την τράπεζα και βγάλε τα πέρα μετά με τους μπάτσους που θα σε ρωτούν ήντα γίνηκε.

Και ντούκου… μου κλει το τηλέφωνο.

Ε, είναι πέντε , όι… έξι μήνες εδά , που δε μ’ έχουν ξαναπάρει.»

η διαφορά

 

που πήγε η νύφη;

    Από ενάμιση χρονών την παίρνουμε μαζί σε γάμους και βαφτίσια. Μεγάλος ενθουσιασμός. Εντυπωσιάζεται με τη νύφη και όλο το σκηνικό της εκκλησίας. Τρελαίνεται με τις βαφτίσεις. Ειδικά μετά τη δικής της που την έχει δει πάνω από πενήντα φορές στο βίντεο. Της αρέσουν επίσης, πάρα πολύ , οι ταβέρνες γενικώς. Πόσο μάλλον το νταβαντούρι στο κέντρο μετά από έναν  γάμο ή μια βάφτιση.

   Μέχρι τώρα, που είναι τεσσάρων χρονών, ξέρει πως μετά την εκκλησία πάμε όλοι μαζί στην … «ταβέρνα» για το φαγοπότι και το γλέντι. Αυτούς που είχε δει στην εκκλησία τους  ξαναβλέπει και στην «ταβέρνα».  Ειδικά όταν πρόκειται για γάμο περιμένει πως και πως την άφιξη του γαμπρού και της νύφης που θα κόψουν την τούρτα.

   Τις προάλλες γινόταν ένας γάμος εκεί και μια βάφτιση αλλού, την ίδια μέρα και την ίδια ώρα. Έπρεπε να πάμε και στα δύο. Αποφασίσαμε να πάμε στην εκκλησία που θα γινόταν ο γάμος, και στο κέντρο που θα γινόταν το γλέντι της βάφτισης. Εξήγησα της μικρής , όσο καλύτερα μπορούσα, τι πρόκειται να κάνουμε και είχα την αφέλεια να πιστεύω πως κατάλαβε.

   Πάμε λοιπόν στον γάμο, σ΄ ένα όμορφο εκκλησάκι μέσα σ’ ένα δάσος. Πολύ ωραία.

Δηλαδή όχι εντελώς, διότι πολύ αυθόρμητα της είπα: «Να βρε! Εδώ είμαστε στο δάσος. Που με ρωτάς και με ξαναρωτάς πως είναι το δάσος! Να πως είναι το δάσος!»

«Μπαμπά, έχει και λύκους;» Περισσότερα

τι θέλει να πει το ασυνείδητο;

Όσοι οδηγούν αυτοκίνητο ξέρουν πώς να το βάλουν μπρος :πατάς συμπλέκτη και γυρίζεις το κλειδί.

Τις μπίρες τις ανοίγω με τον μωβ αναπτήρα. Κάποτε μάζευα και τα καπάκια. Στο 3ο – 4ο τσουβάλι όμως , πριν πολλά χρόνια, έτυχε μια μετακόμιση και μέσα στη βαβούρα τα παράτησα στο σπίτι εκείνο και δεν ξαναμάζεψα έκτοτε. (όλο το Μανχάταν θα’ χα σιδερώσει αν ανακύκλωνα τα καπάκια)

Απόψε έφυγα κάπως αργά από το εργαστήριο. Αυτή η «προσευχή του μουσικού» , θέλει να γίνει καλύτερος πίνακας απ΄ ότι αρχικά φανταζόμουν. Με το μυαλό μου γεμάτο από τον πίνακα , αλλά και από διάφορα άλλα, δηλαδή εντελώς αφηρημένος, μπήκα στ’ αμάξι. Ακόμα και οι ψυχολόγοι του αμερικανού προέδρου γνωρίζουν πως όταν είσαι αφηρημένος, το ασυνείδητο έχει πάρει το πάνω χέρι.

Μπαίνω στ’ αμάξι κρατώντας ένα μπουκάλι μπίρα για το δρόμο. Βάζω το κλειδί στην τρύπα του αλλά δεν βάζω μπρος. Βγάζω τον μωβ αναπτήρα από την τσέπη και…

τη στιγμή που ανοίγω το μπουκάλι πατάω και τον συμπλέκτη!

τι οδηγά το φεγγαράκι;

τα ψάρια έξω απ΄το τηγάνι

antigrafo apo bost 

Κατά τη διάρκεια της αλώσεως, μια γυναίκα τηγάνιζε ψάρια. Κατάλαβε πως αυτό ήταν το τέλος της Βασιλεύουσας και προσευχήθηκε να ελευθερωθεί κάποτε η Πόλη. Σαν απόδειξη πως θα εισακουστεί η προσευχή της ζήτησε από το υπερπέραν να ζωντανέψουν τα μισοτηγανισμένα ψάρια και να πηδήξουν έξω από το τηγάνι, πράγμα το οποίο και έγινε.

Κάπως έτσι είναι μία από τις πολλές ιστοριούλες που ανήκει στους θρύλους τους σχετικούς με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, και που έχει ενσωματωθεί στη λαϊκή μας παράδοση.

Πριν από αρκετά χρόνια γνώρισα μια κοπέλα, ας την πούμε Μαρία, γύρω στα είκοσι, φοιτήτρια της Φιλοσοφικής, αριστούχος και στο σχολείο και στη σχολή της. Η Μαρία , λοιπόν, πίστευε ακράδαντα πως η παραπάνω ιστορία με τα ψάρια είναι πέρα για πέρα αληθινή! Η κουβέντα γινόταν κατακαλόκαιρο σε ουζερί , υπό τον έναστρο ουρανό και εν μέσω μεζέδων και ποτών. Έτσι, αρχικά νόμιζα πως έκανε πλάκα κι άρχισα κι εγώ τα χωρατά. Σύντομα όμως είδα πως θίχτηκε, είδα και κάτι νοήματα του φίλου μου και αρραβωνιαστικού της και ανέκρουσα πρύμναν. Ούτε με τα λογικά επιχειρήματα έγινε τίποτα. Μου είχε κλείσει όλα τα πορτοπαράθυρα επικοινωνίας. Δε σήκωνε κουβέντα. Τα ψάρια πήδηξαν απ’ το τηγάνι, τελεία και παύλα.

Ήπια παραπάνω μπίρες εκείνο το βράδυ μπας και συνέλθω. Μετά όμως από τόσα χρόνια και τόσες μπίρες, αυτά τα μισοτηγανισμένα ψάρια δεν μπορώ να τα χωνέψω με τίποτα.

ζήτω

.

.

 όλε!  όλε!

zito-i-25n-martiou

 

ΚΑΤΑΘΕΣΗ  ΣΤΕΦΑΝΟΥ

    Απόκριες 1986. Ο κόσμος μασκαρεμένος σε Κολοκοτρώνηδες, Μπουμπουλίνες,  Καραϊσκάκηδες, Παπαφλέσσας, Μάρκος Μπούτσαρης. 
Σχολική παρέλαση στο χωριό για την 25η Μαρτίου. Μαζεμένοι – με τα πολλά – στην πλατεία γύρω από το ηρώο. Λόγοι από τους φορείς , καταθέσεις στεφανιών , ανέκδοτα μεταξύ των μαθητών και βαρεμάρα. Εγώ , μαθητής της γ΄ Λυκείου, από τους  καλούς , δίπλα στη σημαιοφόρο και τ΄ άλλα  καλόπαιδα. Κάποια στιγμή βλέπω τον γυμναστή μας να περιφέρεται μ΄ ένα  στεφάνι ανά χείρας. Πήγαιν΄ από δω , πήγαιν’ από κει   έρχεται και προς το μέρος μας. Μου απλώνει το χέρι με το στεφάνι και μου λέει:
– Πάρ’ το .
Εγώ αμήχανα το πήρα.
– Και τι να το κάνω;
– Τι τι να το κάνεις; Να το καταθέσεις!
– Εγώ;

Περισσότερα

στο ι.κ.α.

 marriage1
    ΙΚΑ! Η χαρά του πολίτη. Φαντάζομαι και των εργαζομένων εκεί.
 Τι ; είστε αλλού ασφαλισμένοι και δεν έχετε ζήσει την εμπειρία του ΙΚΑ; Κρίμα.
 Ελπίζω τα ταμεία σας να είναι εφάμιλλα  του Ιδρύματος.
    Μέρη σαν τα υποκαταστήματα του ΙΚΑ είναι τελείως καφκικά.
 Ειδικά αν είναι μια μουντή και βροχερή μέρα του Γενάρη, με τα ερείπια του εορταστικού στολισμού να περιμένουν υπομονετικά τις καθαρίστριες.
 Ο κόσμος έχει συνειδητοποιήσει πως τέλειωσε το πανηγύρι και άντε πάλι τα ίδια.
    Παρόλη τη μηχανοργάνωση η χαρτούρα   παραμένει οργιαστική.
 Ολόκληρα στρέμματα δασικών εκτάσεων κυκλοφορούν σκονισμένα εκεί μέσα υπό μορφή χαρτιού.
 Μουντοί άνθρωποι περιφέρονται από όροφο σε όροφο με φακέλους υπό μάλης ή με έγγραφα ανά χείρας .
  Άλλοι μουντοί άνθρωποι σέρνονται σε ράφια και κατεβάζουν πιο χοντρούς φακέλους, ή σκίζουν τα χιλιόμετρα χαρτιού που ξεβράζουν οι εκτυπωτές.
    Μια υπάλληλος παρά δίπλα  είχε από ώρα παρατήσει τον υπολογιστή της και κάτι έγραφε σ’ ένα χαρτί.
 Η οθόνη κατέβαζε ρητά , σοφά λόγια με μεγάλα χρωματιστά γράμματα.
Απ’ αυτά του τύπου : «ζήσε τη μέρα σου» ή «ο κόσμος έγινε για σένα» κλπ, κλπ.
 Περιμένοντας κι εγώ με τη χαρτούρα μου, χάζευα τα σπουδαία αποφθέγματα που κατέβαζε η οθόνη.
Κι όταν ήρθε η σειρά μου, όπως απομακρυνόμουν , πρόλαβα να δω μια τελευταία σοφή κουβέντα:
 «αν την είχα σκοτώσει αντί να την παντρευτώ, τώρα θα ήμουν ελεύθερος»

η μάχη της κρήτης

mahi-kritis

 

 Συνήθως διαβάζω στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ
Εκείνες τις μέρες , πάνε  τρεις  τέσσερις μήνες, είχα πιάσει ένα παλιό τεύχος των «Ιστορικών» για τη μάχη της Κρήτης.
Το πρωί η δύο χρονών κόρη μου εξερευνά την κρεβατοκάμαρα και φτάνει και στο κομοδίνο με τη στοίβα των βιβλίων και των περιοδικών.
Εγώ μισοκοιμισμένος ακόμα στο κρεβάτι, με μισάνοιχτο το ένα μάτι να παρακολουθώ τις κινήσεις της.
Βλέπει τα «Ιστορικά»,  τα πιάνει  στα χέρια της και αναφωνεί:
Ωωωω!!!
Παγωτά!
Πολλάαα, πολλά .
Μπαμπά κοίτα, παγωτά!

ζητείται ειδικός καθρεφτολόγος

Είναι απίστευτο  πόσο μεγάλη μπορεί να γίνει μια στιγμή και ειδικά το χρονικό διάστημα από τη μια στιγμή στην άλλη. Κι αυτό γιατί εκεί  μέσα καμιά φορά συμβαίνουν πολλά..
Το παράδοξο είναι πως γίνονται τόσο γρήγορα που συνήθως δεν προλαβαίνεις να αντιδράσεις. Εδικά όταν μιλάμε για σκανταλιές μικρών παιδιών. Μπροστά σου βρίσκονται , τα βλέπεις κι όμως…δεν προλαβαίνεις .
Πόσο μάλλον όταν δεν τα βλέπεις!
Έτσι έγινε τις προάλλες.
Εγώ άκουσα μονάχα έναν δυνατό θόρυβο. Τινάχτηκα από το κρεβάτι και είδα τον μακρόστενο καθρέφτη της γωνίας πεσμένο πάνω στο  έπιπλο.  Δίπλα, η είκοσι ενός μηνών Σαββίνα έστεκε τρομαγμένη – όχι τόσο όσο εγώ – και κοιτούσε μια τον καθρέφτη και μια εμένα. . Αφού βεβαιώθηκα πως δεν είχε χτυπήσει  τον ανασήκωσα   κάνοντας  μια έντονη επίπληξη και απαγορεύοντάς της να ξαναπλησιάσει αυτή τη γωνία. Μάταιη απαγόρευση – το ξέρεις εκ των προτέρων – αλλά δεν μπορείς να πεις και μπράβο.
Το παράξενο σ΄ αυτή την ιστορία είναι πως ο καθρέφτης δεν έσπασε !
παρόλο που έχει ενάμισι μέτρο μήκος και παρόλο που έπεσε με το τζάμι και μάλιστα σε σκληρά ξύλινα αντικείμενα που βρίσκονταν πάνω στο μπαούλο στο οποίο  και ήταν  ακουμπισμένος.
Μετά απ΄ αυτό  έχω μιαν απορία:
Όταν σπάσει ένας καθρέφτης λένε πως σημαίνει εφτά χρόνια γρουσουζιά και κακοτυχία.
Όταν δεν σπάσει , σημαίνει εφτά χρόνια καλοτυχία ;