ονειροχάος

Μπορείτε να το κατεβάσετε, να το προωθήσετε, να το διαφημίσετε κλπ

και , φυσικά, να το διαβάσετε

http://www.24grammata.com/?p=35513

παρασκευή βράδυ

 

Δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει
το τελευταίο του έργο τέχνης ,
μια στάλα του’ λειπε κόκκινο
κι αυτός δεν είχε να πληρώσει .

Ύστερα κάπνα γύρω τριγύρω
κι ένα ατέλειωτο κρασί ,
να χρώματα , να σπίθες από βλέμμα
διαβόλου , που τον σέρνει άλλο ένα γύρο .

Κομματιασμένες των Ωρών οι σάρκες
σαν Σάβανα ,  Σάβανα υψωθείτε ,
να κλάψετε , να πιείτε  ۠ να ο ήλιος  ۠
φωτιά στων προσφύγων τις βάρκες .

Μετά … αραιώνει η κάπνα  και η μέθη
γίνεται ύπνος , σαν βαθύ αναστεναγμός .
Πήρα να δύω , ύστερα … ποιος ξέρει ;
μια φλόγα με τα γραφτά μου κάνει κέφι .

oneirochaos

αποπλάνηση

oneirochaos

 

 

 ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ

Καθώς αφήναμε τ’ άσπρο ξωκλήσι
και κατηφόριζε  αχνίζοντας η ακολουθία,
το μεσημέρι του καλοκαιριού
μας κόλλαγε τα ρούχα
και γύρω πέφτανε σωρός
αλεξιπτωτιστές του σμήνους των μυγών.
Ήρθαν και κάτι εκπρόσωποι της κυβερνήσεως
φορώντας κίτρινα – καφέ βρακιά αντί καπέλα.
Μουρμούραε συνεχώς κοψίματα ο παπάς
και το παιδί στο θυμιατό – μέσα – λιωμένο.
Κάτι ξερά χορτάρια που καπνίζαν μας  ζαλίσανε
κ’ οι τέσσερις, με το βαρύ φορτίο , μεθυσμένοι.
Γύρω απ’ το λάκκο ο χορός του Ησαΐα ,
το ίσο κράταγε η κουτσή Μαρία
και τα κουφέτα μες το χώμα βοτσαλάκια.
Σαν έσκαζε το κύμα στο « ενθάδε … »
η παραλία μας καιγόταν στο λιοπύρι ,
γελούσανε τα ψάρια κλαίγανε οι ψαράδες.
Στο γυρισμό  έκατσα σ’ ένα καφενείο πονηρό.
Πήγαινε 5 η ώρα ολοταχώς
κι αυτές των γυναικών οι αναθυμιάσεις
μου έσπαζαν τ’ αυτιά.
Όπου να’ ναι ανοίγουν τα πορνεία.
Εγώ κάνω πως κουρδίζω το ρολόι  μου,
έτσι, για να μη με καταλάβουν.

γυάλινη κατάβαση

 oneirochaos                ΓΥΑΛΙΝΗ ΚΑΤΑΒΑΣΗ

Όταν θα σκάει η μεγάλη βόμβα
που θα σκορπίσει σε συντρίμμια τον πλανήτη
και θα τον στείλει πίσω ,
πίσω στου άπειρου διαστήματος τη μήτρα ,
μην ανησυχείτε αγαπητοί .
Θα υπάρχει πλήρης τηλεοπτική κάλυψη
του περίφημου ετούτου συμβάντος .

Γελάτε μα …

Τα χιλιάδες της μπίρας μπουκάλια
σκάσαν σα βόμβες και τώρα απειλείται
ολάκερο το οικοσύστημα  της πολυκατοικίας μου.
Τόνοι αφροί ξεχειλίζουν
από σκάλες , μπαλκόνια , και πόρτες ,
τόνοι ανθρώπων ουρλιάζουν και τρέχουν ,
δροσίζονται κατακαλόκαιρα .
Κι όλο κυλούν ο αφροί προς τα κάτω
σ’ ένα θέαμα άπειρου κάλλους .

Όμως ,πάνω εγώ
κυλιέμαι στα κομμάτια
χιλιάδων μπουκαλιών
Πάει το αίμα μου , γίνετ’ αφρός
καρφωμένα γυαλιά
μου καλύπτουν το σώμα …

Κι όταν έτσι τις σκάλες
κατέβηκα ουρλιάζοντας ,
τρελός απ’ τον πόνο
– ένα θέαμα επίσης ωραίο –
με σημάδεψαν χίλια πιστόλια .
Των παιδιών τους καλύψαν τα μάτια
μα ξεχάσαν να κλείσουν τ’ αυτιά .
Και μ’ αφήσαν τους τόσους ορόφους
να κατέβω σφαδάζοντας  κι όλους
υπό βλέμμα  auto focus  και φλας .

Προβολείς μ’ είχαν πάρει κατόπι .
Όταν βγήκα στο δρόμο μου ρίξαν .

εντροπία – desolation row

oneirochaos.jpgΕΝΤΡΟΠΙΑ

Θα πιω να μεθύσω ,
να μη μπορώ ν’ ανασάνω ,
να μην έχω πια στρώμα για ύπνο.
Θα υποβάλλω σε μένα
φθορά μεγαλείο ,
στο μυαλό κατηφόρα .

Δεν θέλω  επιχειρήσεις αναστύλωσης:
ιατρικές συνταγές , ορούς νοσοκομείων ,
ή κολάσεις ψυχιατρικών θαλάμων .
Θα επιδεινώσω την αρρώστια μου
να μη μπορώ ν’ ανασάνω ,
στο μυαλό μου να χάνομαι ,
στο κρεβάτι να καίγομαι .

Άσε άλλους να φτιάχνουν
ισχυρούς καταψύκτες
να μη σαπίζουν τα κρέατα ,
να μη βρωμίζουν  ιδέες ,
που σωρός κρεμασμένες
στα εθνικά κρεοπωλεία
αυνανίζονται , ιδρώνουν,
τελικά επιβιώνουν
στων βουνών τις κεραίες ,
στων κομπιούτερ τις μνήμες.
Άσε άλλους να φτιάχνουν
κρατικούς καταψύκτες
να μη σαπίζουν τα πτώματα. Περισσότερα

στη μνήμη ενός κρίνου

                                                    
                         Νότα Καραμανέα
      Αθήνα         10 / 7 / 1968
     Ρέθυμνο    30 / 10 / 2007
                                                

 

Δεν είν ο κόσμος άδικος
ούτ’ άπονος ή ψεύτης .
Είν’ ο θεός του ατζαμής ,
κακοτεχνίτης , φταίχτης .

Θέλει πεθαίνει από βραδύς
και το πρωί ανασαίνει,
κλωτσά βουνά , τραβά νερά ,
θέλει ξερνά προφήτες .
Στέλνει παιδιά στον πόλεμο
γέρους στο πανηγύρι .

Δεν είν ο κόσμος άδικος
μια τρέλα τον βαστάει .
Έχει θεό κατάδικο
που ελεύθερος γυρνάει .

Θέλει πεθαίνει από έρωτα
δεν ξέρει πώς να ζήσει .
Βρίσκει ένα κρίνο στο γιαλό
θέλει να το μυρίσει .

Είν’ η ανάσα του φωτιά …

έρωτας

        ΕΡΩΤΑΣ

Κάλιο το θάνατο φριχτό να είχα ταίρι
να του κρατώ χαϊδεύοντας τ’ άσπρο του χέρι,
βόλτα στο πάρκο με το θάνατο αγκαλιά
να κόβεται του αηδονιού η λαλιά

Τ’ άσπρα του μαύρα κόκαλα θα έντυνα χρυσάφι
και από πάνω μας των άστρων οι τάφοι.
Μ’ ένα βαθύ στο στόμα μας φιλί
θα’σβηνε και των άστρων το χαλί.

Κάλιο το θάνατο φριχτό να είχα ταίρι
παρά …

ας ζήσουμε

   ΑΣ ΖΗΣΟΥΜΕ

Έτσι σκιές ας μείνουμε
μέσα στο φως του ηλίου
κι όταν τον κόσμο αφήσουμε
μιαν ώρα ενός Μαΐου,
τότε να ζήσουμε.

Εδώ τα έργα μας μικρά
κι εμείς απαρατήρητοι
περνούμε και χανόμαστε
σε γνώμη αναντίρρητη
και όλο αλλού βρισκόμαστε .

Εδώ περνούμε σα σκιές
κανείς δεν μας προσέχει
μέσα στο σκουριασμένο φως
εμάς ποιος μας αντέχει ;
κανείς , ούτ’ αδερφός.

Εδώ σκορπά ο λόγος μας
στον άνεμο και πάει,
οι μουσικές μας θλιβερές
τ’ αυτί δεν τις χωράει,
θλιβόμαστε και στις χαρές.

Εδώ η ψυχή μας νοσταλγεί
μόνο τη νοσταλγία
γιατί ποτέ δε ζήσαμε
παρά στη φαντασία,
γι ‘ άλλο δεν προσπαθήσαμε.

Γι ‘ αυτό σκιές να μείνουμε
μέσα στο φως του ηλίου
κι όταν τον κόσμο αφήσουμε
την ώρα του Μαΐου
τότε … ας  ζήσουμε.
 

θείο σχέδιο

  ΘΕΙΟ ΣΧΕΔΙΟ

Δεν διαρρήξαμε τις πύλες του Παράδεισου ,
μέσα δεν μπήκαμε , σαν κλέφτες των Εδέμ .
Το μήλο που κρατούσαμε στα χέρια μας
ήτανε από λαϊκή , της μιας πεντάρας .

Η Εύα , στο κρεβάτι μας που ρίξαμε ,
ήτανε πόρνη απ’ τα έγκατα της γης
Ο Κάιν , που πολύ υπερασπιστήκαμε ,
θύμα ήταν δίκης άδικου κριτή .

Και κάτι Αβραάμηδες & Σία
ούτε μας είδαν και τους είδαμε , γιατί
ονειρευόντουσαν στον ύπνο του δικαίου
την πλήρη απουσία μας απ’ τη γη !

 Όσο γι’ αυτές τις σάρκες Όσιων κι Αγίων
δεν έχουν φωτοστέφανο , μα δίσκο
για να σερβίρονται σε όλους  του απόρους
κι όλα της γης , τα ορφανά από νου.

Τέλος , εκείνη η δίκη των αιώνων
 ακόμη μεγαλώνει την οργή μας .
Α ναι ! Φυτέψαμε τα δέντρα του σταυρού Του
και ύστερα τα κόψαμε σαν ήρθε η ώρα .

Το πρέπων κάναμε , που η αμαρτία ;
σχέδιο του Πατέρα εκτελούσαμε όλοι .
Δώστε κι εμάς μερίδιο απ’ τη Σάρκα !
Τι αν δεν υπήρχαμε εμείς , που η Δόξα ;

σημείωμα

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ανοίγω συρτάρια , γυρεύω παλιά .
Ξεταπώνω μπουκάλια με μηνύματα .
Το δωμάτιο θολό απ’ τους καπνούς ,
στο πάτωμα χαρτιά , χαρτάκια ,
στα ράφια άδειες μποτίλιες .
Το τασάκι ξέχειλο ,
πέρα δώθε οι στάχτες
χυμένο κρασί πάρα πέρα .
Είμαι στο σπίτι μου .

Μολύβια , στυλό , χρώματα , σχέδια
κασέτες , CD , νυχοκόπτης
παλιά χαρτιά και καινούρια .
Με πιάνει απελπισία μα …
Είμαι στο σπίτι μου .

Κι όπως ανοιγοκλείνω συρτάρια
και γυρεύω παλιά
πέφτω πάνω σ’ ένα … αρχαίο κείμενο .

« Άκου: Είναι 7 και κάτι.
Τώρα επέστρεψα απ’ τη βιβλιοθήκη
και θα είμαι στη Μαίρη.
Δίνω αύριο .
-το στυλό γαμήθηκε
και γράφω με μολύβι –
και θα μείνω εκεί .
Διαβάζω με μια σχετική ηρεμία.
Δυστυχώς τα ποιήματα
και η ανάγνωσή τους
δεν είναι δυνατή σήμερα .
Πολύ καλό το σημείωμα
που μου άφησες.
Σ’ αγαπώ .
Αν δεν είσαι πολύ  κουρασμένος
πέρνα να σε δω …
Αν πάλι δε θέλεις …
Σ’ αγαπώ .

Υ.Γ. Πήρα τα  Gauloises Caporal , μα μην απελπίζεσαι
        δεν θα τα καπνίσω όλα .

               Καθαρό το σπίτι ε;  »

σκόρπιες ιδέες

oneirochaos.jpg..ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΙΔΕΕΣ

Έχω μια ιδέα
γι’ αυτό που λέμε «αδερφός»
κι έχω έναν αδερφό
που δεν έχει ιδέα
τι ιδέα έχω γι΄ αυτόν!

Είχα μια ιδέα
για συντρόφους στη ζωή
κι είχα συντρόφους
που είχαν μια ιδέα
γι ΄ αυτό που λέμε «αδερφός».

χαμός

oneirochaos.jpg ΧΑΜΟΣ

Αλαφιασμένος τριγυρνώ
τέλη στα τέλη Μάρτη.
Αλαφιασμένος τριγυρνώ
στον πάνω κάτω χάρτη,
μια σε κοιτώ και μια πηδώ
στο πιο ψηλό κατάρτι.

Εδώ – που λέτε – γίνηκε
μεγάλο μακελειό.
Κοιτάζω μες τη θάλασσα
τα πτώματα ψαράδων,
το πτώμα του κάμεραμαν
πιο κει του ηχολήπτη,
κι ολόγυρα στα κύματα
τρίχες ξανθές και μαύρες.

Ο βασιλιάς Καρνάβαλος
διέταξε τη μάχη.
Μας κατατρόπωσε στρατός
σπουδαίων μασκαράδων.

Κι εσύ που λες τα ψέματα ,
μου λες να πω πως είναι
τέλη στα τέλη Μάρτη.

μια μόνη

oneirochaos.jpg ΜΙΑ ΜΟΝΗ

Μια μόνη αυνανίζεται , θυμώμενη θανάτους
σ’ ερωτικούς – του άλλου κόσμου – περιπάτους
Και βγάζει απ’ το αχ της νεκρούς οργανισμούς,
καθώς λευκοί σταυροί της προκαλούνε οργασμούς .

Τα στήθη πάλλονται σε σχήματα ηδονής
που – άμετρου κάλους –  άλλος  – αλληνής –
γυρεύει ν’ αναπλάσει και παλινωδία
απομιμήσεων , γεμίζει τα κενά αιδοία .

Και ξαφνικά ανασύρθηκε από κάτου
και πέθανε το όνειρο, η ζάλη για να ζήσει
πια , θάνατο παρόντος . Κ’ οι αναμνήσεις

σκοτείνιασαν  – του ερωτικού της περιπάτου –
κι έχει ο αυνανισμός της σταματήσει,
γιατί έχει άξαφνα το κουδούνι χτυπήσει .

ο απών

oneirochaos.jpg   Ο ΑΠΩΝ

Είμ’ εγώ ο Αιώνιος Απών
αυτός που εκμηδενίζει τους χρόνους
αυτός που κατάματα κοιτά
ίσια προς την ανατολή
– τα αιώνια βουνά της
με τους γαλάζιους πάγους –
ίσια σ’ αυτό το βλέμμα ενός παιδιού
που ξύπνησε χαράματα
κάτω απ’ τη γέφυρα την καπνισμένη
και βάζοντας τα χέρια του
στις τσέπες του λερού
φαρδιού παντελονιού του,
σιγοσφυρίζοντας παίρνει σκυφτό τους δρόμους
κλωτσώντας    με το μεγάλο δάχτυλο
το καπάκι μιας μπίρας.

φωτιά

oneirochaos.jpg ΦΩΤΙΑ

Μια νύχτα βροχερή,
μηνός Μαΐου,
πιάσαν φωτιά
τα συρτάρια του γραφείου.

Σαν τρελοί δραπετεύαν
οι ποντικοί μου,
ουρλιάζανε και τρέχαν
οι γυναίκες της ζωής μου.

Μια νύχτα βροχερή ,
μηνός Μαΐου,
πιάσαν φωτιά
τα ξύλα του κρανίου.

Previous Older Entries