να γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να εποικίσει άλλους πλανήτες

Όταν ο πρώτος πίθηκος
σήκωσε τα μάτια
προς τον ουρανό και τ’ άστρα
οι άλλοι πίθηκοι
το είπαν άνθρωπο

Όταν ο πρώτος άνθρωπος
πάτησε το πόδι του
στη Σελήνη
το πρώτο που είδε
μια πινακίδα

Σε όλες τις γλώσσες
παντός σύμπαντος
έγραφε:
«ΑΠΑΓΟΡΕΒΕΤΕ Η ΡΙΨΙ
ΑΠΟΡΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΠΑΖΟΝ»

Την ίδια πινακίδα
βρήκαν και στον Άρη
– με λίγο βελτιωμένη
ορθογραφία

Μαθαίνω από έγκυρες πηγές
η ίδια πινακίδα
υπάρχει σε όλους τους πλανήτες
εκτός απ΄ τον δικό μας

καλό κατευόδιο

Έφυγε κι ο θυρωρός
ο θεματοφύλακάς μας
έφυγε με την ταχεία
death express
και στα δικά μας!

Άφησε κληρονομιά
στα σκυλιά το θυρωρείο
και η αλληλογραφία
να πηγαίνει παραδίπλα
στο γειτονικό πορνείο

Να διαβάζουν οι τσατσάδες
οι εταίροι κι οι πουτάνες
να γελούν με τους ενοίκους
με τους Γιάννηδες, τις Γιάννες
τους Μανώληδες, τους Νίκους…

Με το νι και με το σίγμα
να γελούν και με το ρο
με το ξέφραγο αμπέλι
που’ θελε και θυρωρό!

 

H PROSEYXH TOY POIOHTH (60X80)

άλλος ένας χρόνος

παρά το άγριο χαράτσι

του αλκοόλ

κάτι οι ελεημοσύνες

των χρωμάτων

κάτι η μικρή σύνταξη

των λουλουδιών…

την έβγαλα και φέτος

τι σόι άνθρωπος…

Τι σόι άνθρωπος είν΄ αυτός;
μέσα στη μαύρη νύχτα
κλαίει και χτυπιέται
βρίζει και παρακαλεί
τον χτυπούν δε νοιώθει τίποτα
χτυπούν τους φίλους του
προσεύχεται

Τι σόι άνθρωπος είν’ αυτός;
μέσα στη μαύρη νύχτα
χτίζει με αστεράκια
φυτεύει με τα δάκρυα
ντύνεται με υγρασία
τον σπρώχνουν και σπρώχνεται

Τι σόι άνθρωπος είν’ αυτός;
πέρασε από πάνω του
μια ολόκληρη μέρα
και δεν κατάλαβε τίποτα

δημοκρατική απορία αφελούς ελπιδοφόρου γέρου ή γριάς

Πως γίνεται

κι ενώ η Ελπίδα

πάντα προηγείται στα γκάλοπ

και μάλιστα

με συντριπτική διαφορά

τελικά στις εκλογές

να κερδίζει η Φρίκη;

πρόσφυγας

Είχα ένα δέντρο να ξεδιψάω

μα μου το κάψαν κι όλο γυρνάω

έγινα  αγέρας και ξεφυσάω.

 

Αντί πατρίδα έχω παρτίδες

με λαθρεμπόρους και νταβατζήδες

κι όσους πουλάν ακριβά τις ελπίδες

 

Ρίζα δεν έχει το ριζικό μου

κι η ρίμα κλαίει το ρημαδιό μου.

 

Να πάρω δεν πρόλαβα μια χούφτα χώμα

πήρα μια γλώσσα και ένα χρώμα

για ν΄ αγοράσω ένα σάπιο στρώμα.

 

Δραπέτης είμαι απ τη δυστυχία

λαθρεπιβάτης στην αγωνία

κι η Γη καράβι σε τρικυμία.

 

Ρίζα δεν έχει το ριζικό μου

κι η ρίμα κλαίει το ρημαδιό μου.

 

Άφησα πίσω μου ένα πηγάδι

που’ χε μια σκάλα να μπω στον Άδη

έγινα σκόνη στου κόσμου τ΄ αλφάδι.

 

Παντού, έχουν χτίσει στην ερημιά τους

κι έχουν κλειδώσει εκεί την καρδιά τους

τη σκάλα βλέπω στην κάθε ματιά τους.

 

Ρίζα δεν έχει το ριζικό μου

κι η ρίμα κλαίει το ρημαδιό μου

ΗΜΕΡΑ

Κόψανε

από την αρχή της ημέρας

το «η»

Οι ητοπαθείς αντέδρασαν άμεσα

Όμως

οι φωνές διαμαρτυρίας

γι’ αυτόν τον βίαιο αποχωρισμό

πνίγηκαν

στην ανάγκη της ανθρωπότητας

να εξ η μερωθούν τα ζώα.

 

Κάποιοι μίλησαν για ήττα

 

Παρ’ όλ’ αυτά

με την ολοκλήρωση της εξ η μέρωσης

Περισσότερα

γάμος

Όσοι αγαπούν τις γάτες

παντρεύονται σκύλες

το γραφείο

 

Είμαι ένας κάποιος υπάλληλος

μιας κάποιας εταιρείας

Ο κόσμος θα υπήρχε

και δίχως την εταιρεία

το ίδιο κι εγώ

Είμαι ένας κάποιος υπάλληλος

μιας κάποιας εταιρίας

δημόσιας ή ιδιωτικής

δεν ξέρω, δεν θυμάμαι

δεν έχει σημασία πια

μετά από τόσα…

Χρόνια

χρόνια και χρόνια δουλεύω

πίσω από ένα γραφείο

Δεν δουλεύω για μένα

ούτε για την εταιρεία

Η εταιρεία θα υπήρχε

και δίχως εμένα

όπως κι ο κόσμος

 

Δουλεύω για το γραφείο

Το ποτίζω με την κατήφεια μου

ή με το αχνό χαμόγελό μου

συνήθως με το σάλιο που μου’ κατσε

στον κόμπο του λαιμού

Το ταΐζω με το μισθό μου

τρώει όλα μου τα λεφτά

τίποτα δεν μου μένει

ούτε για ν΄ αγοράσω  λίγη χαρά

ή έστω λίγο πόνο

Δεν προλαβαίνω να χαρώ

ούτε και να πονέσω

 

Δουλεύω για το γραφείο

Χρόνια και χρόνια

πίσω από ένα γραφείο

που τ’  αναθρέφω

Το βλέπω αργά να μεγαλώνει

Πως πέρασαν τόσοι χειμώνες;

Πως μεγάλωσε τόσο;

Δεν βλέπω τίποτα

Που είναι ο κόσμος;

Μου τον κρύβει

ένα θεόρατο γραφείο.

 

H PROSEYXH TOY POIOHTH (60X80)

η γραμματική του σπιτιού

Το σπίτι
Όλοι ξέρουμε τι είναι
Γένος ουδέτερο
Μαζί με τα ντουβάρια
Πληθυντικός αριθμός
Στις εξαιρέσεις
Που επιβεβαιώνουν τον κανόνα
Ανήκει το «τσαρδί» ή και «τσαρδάκι»
Γένος αρσενικό
Δίχως πληθυντικό

Αν όμως στην ψυχή των ανθρώπων
Φτερουγίσει μια φλογισμένη καρδιά
Η γραμματική
Καίγεται σα χαρτοπόλεμος
Το σπίτι αλλάζει γένος
Και γίνεται «φωλιά» ή και «φωλίτσα»
Κι αν πεις «πάμε σπιτάκι μας;»
Το σπιτάκι είναι θηλυκό

Τέτοια σκεφτόμουν αργά τη νύχτα
Όπως γυρνούσα στους γύρω δρόμους
Όταν σε μια στροφή
Έπεσε απάνω μου ένα παιδί
Κάτι σα ρίγος με ανασήκωσε
Πως ήταν – λέει – το δικό μου παιδί
Όμως δεν ήταν

«Τι κάνεις έξω
Τέτοιαν ώρα
Τέτοιο καιρό;»
Του είπα
«Πήγαινε σπίτι σου»
«Δεν έχω σπίτι»
Μου είπε
«Και που μένεις;»
«Στο σπίτι των γονιών μου»

Με έκαψε η ματιά του
Φλογισμένοι άγγελοι
Με κοίταξαν ψυχρά
Πήρα να τρέχω να χαθώ
Γύρω στους γύρω δρόμους
Πήρα να τρέχω να χωθώ
Να πάω σπίτι

Το σπίτι μου
Όλοι ξέρουμε τι είναι
Το τραγουδούσαν και οι φλογισμένοι άγγελοι
Το σπίτι μου
Είναι ένα δωμάτιο
Στο σπίτι της γυναίκας μου

πέτα την πέτρα

 

Πέτα την πέτρα Πέτρο
την  πέτρα που’ χεις δέσει
στο  λαιμό σου
με αλυσίδες και με λουκέτα
και που μονάχα εσύ
μόνο εσύ έχεις τα κλειδιά.

Πέτα την πέτρα Πέτρο
την πέτρα που’ ναι η πόρτα
πέτα την πάνω στη γη
την πέτρα που’ ναι η πόρτα
η πόρτα του παρ’ Άδη σου.

Πέτα την πέτρα Πέτρο
κι εσύ Μαρία, Κώστα, Άγγελε,
Κατερίνα, Γιάννη…
Αχ ρε μάνα!
Πέτα την πέτρα που’  ναι η πόρτα
η πόρτα του παρ’ Άδη σου.

 

Σκηνικό - Πηγή 3

ποδόσφαιρο

Η Γη είναι μια μπάλα που γυρίζει

Δεν είναι όλες οι μπάλες Γη

 

Στο ποδόσφαιρο η μπάλα γυρίζει

αλλά και χτυπιέται και πετιέται

ζουλιέται, στήνεται, βγαίνει άουτ

συχνά χάνεται, σέρνεται σε πάσα

περνά απ’ το τέρμα σύριζα

μιαν ανάσα

Άλλες φορές είναι θεά

άλλες πουτάνα.

Η μπάλα χτυπιέται, πετιέται, σουτάρεται

ζουλιέται, γδέρνεται, σχίζεται, φεύγει

χτυπιέται στα δοκάρια

χτυπιέται στα κεφάλια

χτυπιέται στα πόδια

καμιά φορά μπαίνει και γκολ.

 

Γι’  αυτό μας αρέσει να βλέπουμε μπάλα

γιατί μας θυμίζει τη Γη

μας θυμίζει το σπίτι μας.

άδοξο αστικό

 

Της αδικίας
σκοτάδι αδιανόητο
και κούτσουρο εσύ
έτοιμο για φωτιά
σας παρακαλώ
λησμονήστε τη χώρα μου.

ω γλυκύ μου έαρ!

αφιερωμένο στις ιερόδουλες φορείς του AIDS
 
 
Τα  μάτια σας δεν είναι μάτια,
είναι η τρύπα
που πέρασε ο Οιδίποδας
ζωντανός στον Άδη.
 
Πιάστηκα στην απόχη των ματιών σας
Κάνω βουτιά να βυθιστώ,
μα ήταν άδεια
και σπάω στον πάτο της ψυχής σας.
Δεν βρήκα ούτε μια στάλα δάκρυ
να γλιτώσω.
 
Κι αν είχατε πόνο
κι αν είχατε θλίψη
κι αν είχατε γρατζουνιές
στο αίμα σας
κι αν είχατε, ίσως, και χαρά,
κάποτε,
κι αν κάποτε ήσασταν μωρά παιδιά
κι αν κάποτε ήσασταν μικρά κορίτσια
με γέλια και με κλάματα
και ροζ κορδελάκια…
Δεν μας είπατε
Πως το σπέρμα σπέρνει θάνατο;
Δεν μας είπατε
Πως ζήσατε τη σύντομη ζωή σας
στις χαραμάδες της ζωής;
Όλα τα μυστικά
τα πήρατε μαζί σας
στην τρύπα των ματιών σας.
Μπήκατε ζωντανές στον Άδη
Δεν βρήκαμε ποτέ το πτώμα σας.
 
Προσκυνώ
το οίδημα της ψυχής σου
ξεραμένη τριανταφυλλιά
και χώνομαι στους κλώνους σου
και ματώνω,
και αιμορραγώ,
και παγώνει το αίμα μου.
 
Δεν ήμασταν εμείς!
Εσείς
ήσασταν πελάτισσες
στο μπουρδέλο της ζωής μας.
 
Που βρήκατε τέτοιο πλούτο
να μας πληρώσετε
τόσο ακριβά;
 
 
 
 

ποιητάφος

Ζόρικα χρόνια παιδικά, δουλειά εις τα’ χω ράφια
Και η χειρότερη δουλειά: όργωμα στα θρανία.
Για ν’ αποφύγω κάματο κ’ ίδρωτες , σκάπτων χώμα
Είπα ένα «ωχ!» και το ‘ριξα εις την καλλιτεχνία.

Κι είπα «γεια χαρά βρυσούλες , δεν ξαναδιψάζομαι»
Φλογέρα παίζων φλογερή , υπό καυτού ηλίου
Ηλίαση έχω διαρκή, καλή σελήνη αρμέγω.
Καλός στις τέχνες του καλού, μα και εις του μετρίου.

Εν τέλει κα κατάληξα, να βόσκω ως ποιητής
Δυο τέλι κα κατάληξα, να γίνω και ζωγράφος. 
Όμως, ζητών προσδιορισμό της μία μόνο λέξης
Λέω και το αποφάσισα, πως είμαι ποιητάφος.

Previous Older Entries