το Μπυροδρέπανο

Το Μπυροδρέπανο

   -Αστοχία, απογοήτευση, άγχος. Μ΄ αυτή τη σειρά, είπε ο Αντρέας και κατέβασε μισό ποτήρι παγωμένη μπύρα.

   -Η ζωή μας έχει γίνει ένα νεκροταφείο ωραίων στιγμών, ερώτων πεθαμένων από εγκεφαλικά και εμφράγματα, ονείρων σκοτωμένων σε μετωπικές συγκρούσεις με την πραγματικότητα. Η ζωή μας έχει γίνει σκατά!

   Αποτελείωσε το υπόλοιπο της μπύρας και ξαναγέμισε το ποτήρι.

   -Αντρέα μου, πάλι άρχισες το μελόδραμα; Πάλι θα κλάψουμε τη μοίρα μας και θα πούμε τα ίδια και τα ίδια, για το πόσο ωραίοι ήμασταν ως φοιτητές και πόσο έκτακτα περνούσαμε; Και πάλι θέλεις να σου ξαναπώ ότι τότε ήμασταν εφηβονέοι, γι αυτό όλα ήταν ωραία, ενώ τώρα ως νεομεσήλικες, αρχίζει να θολώνει το τοπίο μιας και τα χρόνια που μας απομένουν είναι λιγότερα από αυτά που έχουμε ζήσει; Όχι ρε Αντρέα, ας μην πούμε πάλι τα ίδια!

   -Το θέμα  είναι πως δεν τα λέμε μόνο εμείς. Όλοι οι παλιοί μας φίλοι και φίλες τα ίδια λένε πάνω κάτω. Άλλος λίγο, άλλος πολύ, όλοι κλαίγονται. Κανείς δεν είναι ευχαριστημένος, ούτε με το γύρω του, ούτε με το εντός του. Πρέπει , επιτέλους, ν’ αλλάξει αυτή η κατάσταση και τώρα μόνο, βλέπω πως μπορούμε να την αλλάξουμε, είπε ο Αντρέας και ρούφηξε μισό ποτήρι παγωμένης μπύρας.

   -Νομίζω ξέρω τι χρειάζεται. Θα δημιουργήσουμε κάτι σαν οργάνωση. Πεντέξι βασικές αρχές που θα ακολουθήσουμε και θα δεις, θα ξαναφτιάξουμε, όχι μόνο τις δικές μας τις ζωές, μα και πολλών άλλων. Το έχω σκεφτεί καλά. Το σκέφτομαι συνέχεια. Ήρθε η ώρα να μαζευτούμε. Θα κάνω ένα κάλεσμα παλιών συμφοιτητών και φίλων από όλες τις σχολές. Θα ξαναβρεθούμε όλοι μαζί, θα θυμηθούμε τα παλιά, θα κουβεντιάσουμε το τώρα και θα πάρουμε γενναίες αποφάσεις. Θα δεις κωλόγερε,  πάλι θα γίνουμε εφηβονέοι πενήντα χρονών, είπε και αποτελείωσε την παγωμένη μπύρα.

   Μίλτου Σαχτούρη 5, πάροδος Ολυμπίου Διός, στην Πάτρα. Ένα δρομάκι που οι δορυφόροι του Google Earth δυσκολεύονται να το βρουν, αλλά οι θαμώνες της Χήρας πάνε με κλειστά μάτια. Η ταβέρνα αυτή κάποτε είχε γνωρίσει μεγάλες δόξες. Ήρθε όμως ένας σεισμός κάπου στα ’93 κι άνοιξε ρωγμές στο παρελθόν και στο μέλλον μας. Η ημιυπόγεια η ταβέρνα έκλεισε για κάμποσους μήνες, μέχρι να κλείσουν –λέει- οι ρωγμές. Μετά η Χήρα πέθανε και ξανάκλεισε. Όταν ανέλαβε ο γιός της, ο Παναγιώτης, οι περισσότεροι είχαμε φύγει. Στα επόμενα χρόνια, μια άνοιγε μια έκλεινε, κατά τα φεγγάρια του Παναγιώτη. Απόψε είναι ανοιχτή για ειδικό σκοπό.

   Ο Αντρέας το’ πε και το ‘κανε. Μάζεψε  παλιούς φίλους και συμφοιτητές, να φτιάξουμε αυτή την οργάνωση που θα φτιάξει και τις ζωές μας. Είναι ευδιάθετος, τσουγκρίζει, λέει με όλους καλαμπούρια στην ταβέρνα, μα ξέρω πως έχει και μια μικρή απογοήτευση. Από όσους κάλεσε οι μισοί σχεδόν δεν ήρθαν. Φαίνεται πως είτε δεν θέλουν να αλλάξουν τη ζωή τους είτε δεν τολμούν.

   Αυτοί όμως που ήταν εδώ απόψε, καμιά σαρανταριά πενηντάρηδες και πενηντάρες, έκαναν απίστευτη βαβούρα στο μαγαζί της Χήρας, τρία σκαλιά κάτω από τον δρόμο. Έπαιζε κι ένα σιντόφωνο, όμως που ν’ ακουστεί ο Ζαμπέτας;

Ένα μάτσο φιλαράκια στον παλιό τον καφενέ

επερνούσαμε την ώρα με κουβέντα και καφέ…   

Κάποιος φαίνεται κάτι άκουσε.

   -Ε όχι και καφέ ρε παίδες!

   Ένα πολύχρωμο, χαρούμενο τσούρμο είχε στήσει πηγαδάκια και τσούγκριζε παγωμένες μπύρες. Ο Παναγιώτης κουβαλούσε αβέρτα μεζέδες. Όλοι αυτοί – κι άλλοι τόσοι που δεν ήρθαν – κάποτε ήμασταν μια μεγάλη παρέα που μέσα της έκλεινε και μικρότερες. Φοιτητές από διάφορες σχολές που πέρασαν στην Πάτρα από το ’85 και μετά και που οι τελευταίοι έφυγαν γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Κάποιες φιλίες κρατούν ως τις μέρες μας, αρκετοί δεν έχασαν ποτέ επαφή κι άλλοι χάθηκαν τελείως. Παλιοί έρωτες που έσβησαν είτε με χωρισμό , είτε με γάμο. Παλιοί έρωτες ανεκπλήρωτοι και περίεργα απωθημένα, βρέθηκαν κι αυτοί απόψε εδώ. Όπως και να’ χει, αρκετοί, είχαν πολλά χρόνια να συναντηθούν. Προσπαθούν τώρα μέσα σε λίγα λεπτά να πουν όσα δεν είπαν σε δυο δεκαετίες.

   -Τι λες ρε θηρίο! Έχεις τέσσερα παιδιά; Και πως την παλεύεις; 

   -Δεν την παλεύω καθόλου.

   -Και ο άντρας σου;

   -Ούτε κι αυτός την παλεύει.

   -Όχι, δηλαδή… Θέλω να πω, από πού είναι, τι δουλειά κάνει…

   -Α!

   -Εγώ έχω διοριστεί πολλά χρόνια τώρα, με τον πρώτο ΑΣΕΠ. Εσύ;

   -Εγώ όχι. Τίποτα ιδιαίτερα, τίποτα μπουζουκάκια σε κάνα μαγαζί… Ε, κουτσά στραβά τη βγάζω. Κυρίως κουτσά, γιατί το πράγμα έχει στραβώσει έτσι κι αλλιώς ˙ χρόνια τώρα.

   -Καλά κι εγώ, μη νομίζεις, ζορίζομαι.

   -Μαρία μου! Πόσα χρόνια ρε! Ο Τάκης που είναι, ήρθε;

   -Που να ‘ρθει; Κάθεται στην πολυθρόνα του σαν τον κύριο Φογκ. Όλη μέρα αγναντεύει τη θάλασσα και συνεχώς αναρωτιέται ποιος τον βίδωσε σ’ αυτή την πολυθρόνα.

   -Χα, χα! Έλα μωρέ Μαρία, μη γκρινιάζεις! Αφού ο Τάκης είναι γαμώ τα παιδιά.

   -Πράγματι. Αυτός είναι γαμώ τα παιδιά κι εγώ είμαι γαμώ την τύχη μου.

   -Εγώ σε φροντιστήριο. Χρόνια τώρα. Όχι συνέχεια στο ίδιο.

   -Καλά είναι;

   -Τι καλά μωρέ; Με δουλεύεις; Μια φρίκη είναι. Πολλές ώρες, λίγα λεφτά, να σε πρήζει τ’ αφεντικό και να μην μπορείς να πεις και τίποτα, γιατί φοβάσαι μη σε σουτάρει. Κι άμα σε σουτάρει άντε μετά να πληρώνεις τα φροντιστήρια του δικού σου παιδιού! Τα καταπίνω όλα κι ας μη χωράει μέσα τίποτε άλλο.

   -Α ρε Μήτσο, «η ισοπέδωση σε έφαγε κι ας ήσουνα βουνό».

   -Ρε σεις, έχετε καταλάβει σε τι λούμπα έχουμε πέσει; Σπουδάσαμε για να δουλέψουμε ως δάσκαλοι σε παιδιά που θα τα βοηθήσουμε να σπουδάσουν για να δουλέψουν κι αυτά ως δάσκαλοι σε άλλα παιδιά που θα τα βοηθήσουν να σπουδάσουν για να δουλέψουν κι αυτά ως δάσκαλοι και πάει λέγοντας, στον αιώνα τον άπαντα. Σε τι μαλακία έχουμε μπλέξει; Τι νόημα έχει αυτό;

   -Δεν θα γίνουν δάσκαλοι όλα τα παιδιά που θα βοηθήσουμε να σπουδάσουν. Κάποιο από αυτά μπορεί κάποτε να ανακαλύψει και το φάρμακο για τον καρκίνο. Πού ξέρεις;

   -Λες;

   -Τόνια μου! Ματς, μουτς. Καλά παίδες, η Τόνια μας έχει γίνει μεγαλοεργολάβος. Το φανταζόσασταν ποτέ;

   -Τι μεγαλοεργολάβος ρε, τι τρέλες είναι αυτές που λες; Τόσα χρόνια μία δουλειά του δημοσίου έχω πάρει. Έτσι είναι οι μεγαλοεργολάβοι;

   -Το γραφείο σου όμως πάει καλά.

   -Καλά πάει ρε Θανάση, αλλά τι να το κάνεις; Όλη μέρα τρεχάλα˙ από τους ανίδεους της μιας υπηρεσίας στους σπασαρχίδες της άλλης. Και να ‘ χεις και τη χαζομάρα του καθενός που θαρρεί πως, αντί για διαμέρισμα στο Χολαργό, θα χτίσει εξοχικό στη Χονολουλού.

   -Χα, χα! Α ρε Τόνια, άσε τη γκρίνια μωρό μου. Δεν ξέρω πόσα βγάζεις, αλλά είμαι σίγουρος πως το ένα τρίτο από αυτά αν έβγαζα εγώ, θα ήμουν σούπερ.

   -Σούπερ; Το ξέρεις πως μπορεί να περάσουν και τρεις ή τέσσερις μέρες να μη δω καθόλου την κόρη μου; Είναι σούπερ αυτό; Τα λεφτά μου μόνο σε μαλακίες μπορώ να τα χαλάσω. Καλό διαμέρισμα, καλό αμάξι, ακριβά έπιπλα για το σπίτι… Να βγω ένα βράδυ να πιω μια μπύρα μ’ ένα φίλο δεν μπορώ.  Να πάω ένα σινεμά δεν μπορώ. Άντε κάνα ταβερνείο που και που Κυριακή μεσημέρι, οικογενειακώς. Περιμένουμε τον Αύγουστο να αράξουμε δέκα μέρες σε καμιά παραλία κι αυτό είναι το γεγονός της χρονιάς. Το ότι μπόρεσα σήμερα να έρθω ήταν μεγάλη κωλοφαρδία.

   Τέτοια έλεγαν στην αρχή στα πηγαδάκια κι ο Ζαμπέτας έπαιζε στο σιντόφωνο.

Πάνε πέρασαν τα χρόνια στη ζωή του καθενός

κι από την παλιοπαρέα, ένας μας δεν πήγε μπρος

Όμως γρήγορα, το ξεχωριστό τους παρόν , έδινε τόπο στο κοινό τους παρελθόν.

   -Θυμάσαι ρε Κώστα; Πρώτο έτος στη Γαλέρα!

   Γελάει ο Κώστας.

   -Εγώ, εσύ και η Βάσω, να τρώμε και να πίνουμε του σκασμού. Σοβαρές κουβέντες στην αρχή, μετά αστεία, τραγούδι και δωσ’ του άσπρο πάτο. Στο τέλος όλο το μαγαζί γινόμασταν μια παρέα. Κι άντε οι άσπροι πάτοι και τα τραγούδια «Βάλε το κόκκινο φουστάνι, εκείνο που σε κάνει…» . Χα! Όταν δεν χώραγε τίποτε άλλο πηγαίναμε και ξερνοβολούσαμε. Κι έτσι ξαλαφρωμένοι δώστου πάλι απ’ την αρχή! Πως το κάναμε ρε συ αυτό το πράμα;

   -Ε… Νιάτα αγόρι μου. Νιάτα. Πρώτο έτος. Έβραζε το αίμα μας που ήμασταν να σκάσουμε.

   -Η ηλικία λες ήταν η αιτία; Η ηλικία φταίει που, χρόνια τώρα, χάσαμε την ικανότητά μας να ξερνάμε και τα καταπίνουμε όλα κι ας μη χωράει τίποτε άλλο;

   -Αηδίες! Τη γκρίνια θα πιάσουμε πάλι;

   -Πως τον λέγανε ρε εκείνον τον παπάρα τον μαθηματικό με τη συνεπαγωγή «μακρυμάλλης  άρα καθίκι»;

   -Τον Μελιγαλά λες;

   -Χα, χα! Τον Μελιγαλά ναι.

   -Δεν το έλεγε έτσι ακριβώς. Την είχε φτιάξει πιο σύνθετη την εξίσωση, αλλά η λύση της ήταν απλή. Αν ήσουν μακρυμάλλης, μουσάτος, φορούσες σκουλαρίκι, ξεβαμμένα τζιν, αν ήσουν καπνιστής, τα βράδια ξενυχτούσες στα μπαρ με έξαλλες μουσικές και ποτά, η συνεπαγωγή ήταν εύκολη: αλήτης, ρεμάλι, χαμένο κορμί, αναρχικός ή αναρχοκομουνιστής, χασικλής, πρεζάκι και δε συμμαζεύεται. Σε κάθε περίπτωση ήσουν στοιχείο επικίνδυνο για την ομαλή λειτουργία του Πανεπιστημίου μας, αλλά και της κοινωνίας ολάκερης. Αμήν. Το ίδιο ίσχυε και για τις κοπέλες, με εξαίρεση τα μακριά μαλλιά, το σκουλαρίκι και … το μούσι!

   -Χα! Έλα ρε, τα έλεγε αυτά στο μάθημα;

   -Βεβαίως και τα έλεγε. Κι όχι μόνο αυτός. Πολλοί καθηγητές μιλούσαν  απαξιωτικά γι’ αυτά τα ρεμάλια που δεν πατάνε στα μαθήματα. Παρακινούσαν, μάλιστα, τους συνεπείς φοιτητές να μην τους δίνουν σημειώσεις.

   -Σήμερα να τον έβλεπα τι θα έλεγε, που η εξίσωση δεν του βγαίνει. Που οι μαλλιάδες με το σκουλαρίκι φόρεσαν κουστουμάκι με γραβάτα κι έχει γίνει και της μόδας το μούσι. Μαλλιάς , μουσάτος με σκουλαρίκι και ηλεκτρονικό τσιγάρο. Σάββατο βράδυ να πίνει κόκα κόλα σε μπαρ με σκυλάδικα και Κυριακή πρωί στην εκκλησία.

   -Ε και Δευτέρα πρωί στις παραδόσεις.

   -Ακριβώς. Οι περισσότεροι, εδώ και χρόνια, παρακολουθούν τα μαθήματα.

   -Πάει, χάλασε ο κόσμος.

   -Αμ το άλλο; Αδιάβαστοι δεν πάνε να δώσουν μάθημα. Ούτε που το σκέφτονται να αντιγράψουν.

   -Σώπα ρε!

   -Όπως στο λέω. Λίγοι πλέον επιδίδονται στο ευγενές άθλημα της αντιγραφής και του σκονακίου.

   -Ρε θα πέσει φωτιά να μας κάψει!

   -Μας κατέστρεψε το ΠΑΣΟΚ. Μας έκανε όλους γιάπηδες.

   -Στέλλα! Κορίτσι μου! Ματς, μουτς. Τι γίνεσαι ρε Στέλλα;

   -Μια χαρά, εσύ πώς τα πας; Ε καλά τα πάω κι εγώ αλλά τότε που συγκατοικούσαμε και μας έσπαγες τ’ αρχίδια κάθε τρεις και λίγο ήταν καλύτερα.

   -Είδες; Είδες που τα νοσταλγείς τώρα και τότε όλο με κράζατε;

   -Γιατί ρε το κράζατε το κορίτσι;

   -Ε, εντάξει, μας έσπαγε  λίγο τα νεύρα, έκανε  κάτι κουφά… Έχεις δει κανένα να σαπουνίζει τις ντομάτες με σφουγγάρι και απορρυπαντικό για τα πιάτα;

   -Χα, χα! Εγώ θυμάμαι μια άλλη φορά που είχα έρθει ένα απόγευμα σπίτι σας. Ο Βαγγέλης ότι είχε ξυπνήσει και μισοκοιμισμένος πήγε στην τουαλέτα. ‘Έκανε κάμποση ώρα και όταν βγήκε του λέει η Στέλλα «Για χέσιμο ήσουνα;»  Ο Βαγγέλης την κοιτάζει νυσταγμένα και με μισό μάτι της λέει «Άσε μας ρε Στέλλα». Αυτή όμως συνέχισε «Τράβηξες το καζανάκι;», «Άσε μας ρε Στέλλα», «Το βουρτσάκι το καθάρισες;», «Γιατί; θέλεις να πλύνεις τα δόντια σου;» . Ξεραθήκαμε στα γέλια.

   -Μας φτιάχνει, που λες η Μαρία δυο ελληνικούς και μας τους φέρνει. Πίνουμε μια γουλιά αλλά είχανε πολύ πηχτό καϊμάκι. Γυρίζει τότε ο Νώντας και της λέει «Ρε συ Μαρία, ανάποδα τον έβαλες τον καφέ;» Χα, χα… Θυμάσαι ρε;

   -Πως δεν θυμάμαι.

   Έτσι, πέρα δώθε πήγαιναν οι διάφορες κουβέντες στα πηγαδάκια κι όλοι, που και που, έκαναν απότομες κινήσεις με το χέρι τους, σα να ήθελαν να διώξουν κάτι από πάνω τους ή από τον αέρα. Οι μύγες σ’ αυτή την ημιυπόγεια την ταβέρνα ήταν καλοθρεμμένες, κακομαθημένες και επίμονες.  Ευτυχώς που οι αρουραίοι δεν είναι τόσο κοινωνικοί με τους ανθρώπους όσο οι μύγες.

   Το σιντόφωνο συνέχιζε να παίζει Ζαμπέτα.

Και νταρούντα ρούντα, ρούντα, ρουμ νταμ, νταμ ντραμ

χάσαμε τ’ αρεοπλάνο , το βαπόρι και το τραμ.

Αλλά ποιος τον άκουγε; Από παντού άκουγες «Θυμάσαι τότε…», «Θυμάσαι μια φορά…;», «Πως δεν θυμάμαι!», «Θυμάσαι που’ χαμε έρθει…», «Θυμάσαι ένα βράδυ…», «Που το θυμήθηκες αυτό!», «Θυμάσαι ρε;»

   -Παναγιώτη φέρε μπύρες. Τελειώνουνε, φώναξε ο Αντρέας. Και που’ σαι, από τις καλές!

   -Ποιες καλές; Όλες ίδιες δεν είναι;, ρώτησε η Σούλα

   -Τι λες κορίτσι μου! Μανώλη την άκουσες;

   Ο Μανώλης έβαλε τα γέλια.

   -Γιατί γελάτε ρε; Αφού την ίδια μάρκα πίνουμε όλοι, ποιες είναι οι καλές;

  -Τον Μανώλη ρώτα, που το χειμώνα καβάτζωνε μπύρες για να τις πιεί το καλοκαίρι.

   -Τι λέει ρε Μανώλη;

   -Κορίτσι μου, το καλοκαίρι, λόγω μεγάλης κατανάλωσης, οι μπύρες είναι άψητες. Δεν πίνονται. Αν θες να πιεις καλή μπύρα το καλοκαίρι πρέπει να έχεις κάνει τα κουμάντα σου από το χειμώνα.

   -Άλλο πάλι και τούτο!

   -Κι όταν μαζευόμασταν σπίτι του τα καλοκαίρια, συνέχισε ο Αντρέας, μας φώναζε «Από την αποθήκη να βάζετε στην κατάψυξη» κι έψαχνε για το θερμόμετρο. Θυμάσαι ρε;

   -Πως δεν θυμάμαι!

   -Ποιο θερμόμετρο;

   -Α, δεν ξέρεις εσύ για το θερμόμετρο;

   Πεντέξι γύρω , γύρω άκουγαν με απορία, μα κάποιοι άλλοι παραπέρα, που είχαν παρευρεθεί σ’ αυτές τις μαζώξεις, χαμογελούσαν και κουνούσαν το κεφάλι – μαζί και το χέρι, γιατί είχε πολλές μύγες.

   -Τύχαινε κάτι απογεύματα του καλοκαιριού, την τελευταία χρονιά κυρίως, να μαζευόμαστε στο σπίτι του Μανώλη. Όλοι είχαμε μια πελώρια λαχτάρα για μπύρες, αλλά το ψυγείο ήτανε συνήθως άδειο. Χώναμε όσες χωρούσαν στην κατάψυξη – από τις καλές – κι ο Μανώλης έψαχνε ένα μακρύ λεπτό θερμόμετρο. Σε ένα χαρτί μιλιμετρέ ετοιμάζαμε την γραφική παράσταση. Στον ένα άξονα η ώρα, στον άλλο η θερμοκρασία. Βάζαμε κι έναν δίσκο του Ανδρεάδη και περιμέναμε. Δεν αντέχαμε πάνω από ένα τέταρτο και βγάζαμε την πρώτη. Χώναμε το θερμόμετρο στο μπουκάλι και σημειώναμε την θερμοκρασία και την ώρα. Ήταν αναμενόμενο όποτε ανοίγαμε ένα μπουκάλι να έχει χαμηλότερη θερμοκρασία από το προηγούμενο. Δεν υπήρχε δηλαδή κανένας προφανής λόγος να χαιρόμαστε κάθε φορά που το διαπιστώναμε. Όμως εμείς κάναμε σα μικρά παιδιά. Ειδικά στα τελευταία μπουκάλια, που είχαν μείνει πολλή ώρα στην κατάψυξη και ήταν πολύ παγωμένα, κάναμε σαν τρελοί. «Τρεις βαθμοί κελεσίου κυρίες και κύριοι! Τρεις βαθμοί!». Φωνάζαμε, σφυρίζαμε, χειροκροτούσαμε και πίναμε αυτή την «καλή» μπύρα με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, δυναμώνοντας και την ένταση στο στερεοφωνικό.

   Ώρες, ώρες ρε σεις, συνέχισε ο Αντρέας, σκέφτομαι πως κάτι τέτοιες στιγμές παρανοούσαμε. Κι ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω τι μας  μεθούσε τελικά εκείνα τα απογεύματα, οι μπύρες οι ίδιες ή η διαδικασία, αυτή η ιεροτελεστία που είχαμε ανακαλύψει;

   -Ποιες μπύρες ρε; πετάχτηκε ο Γιάννης, ο Θέμης Ανδρεάδης μας μεθούσε και τ’ αντάρτικα.

   -Είναι κι αυτό. Γιατί σ’ εκείνη την ιεροτελεστία, εξέχουσα θέση κατείχε η μουσική. Ξεκινούσαμε σχεδόν πάντα με Θέμη Ανδρεάδη «Ή έχεις ρετιρέ ή σε φωνάζουν ρε», «Της έδωσα ασπιρίνη-Δεν θέλω μου τη δίνει- Της έδωσα κινίνο- Δεν μου περνάει σβήνω-Της έκανα ενέσεις-Αχ μη θα με πονέσεις – Ε τότε πάρε αυτό, το δυναμωτικό. Μ’ αυτό περνάνε όλα, όλα, όλα…», «Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν» , «Στο πιάνο, στο πιάνω…» και φυσικά «Είμαι πολύ ωραίος»

   -Βεβαίως, βεβαίως!

   -Έκανε το πέρασμά του και ο Πανούσης και ο Χάρρυ Κλυνν, αλλά όσο αυξάνονταν οι μπύρες εντός μας, μεγάλωνε και το κέφι μας και το γυρνούσαμε στ’ αντάρτικα. «Βροντάει ο Όλυμπος αστράφτει η Γκιώνα», «Μαλλιά σγουρά, μαλλιά κοράκου χρώμα», «Πυρ στην Αλαμάνα και φωτιά στον Γοργοπόταμο…»

   -Και φωτιά στον Γοργοπόταμο

   -Περισσότερο γκαρίζαμε παρά τραγουδούσαμε. Η έξαψή μας ήταν αντιστρόφως ανάλογη της θερμοκρασίας της μπύρας. Λες και ήμασταν φανατισμένοι χουλιγκάνοι στις κερκίδες σε ένα ντέρμπι που παίζαμε εμείς με μας.

   Και δώστου μπύρες και θερμόμετρα.

   Κατακαλόκαιρο και οι μπαλκονόπορτες αδιάκριτα ανοιχτές, Οι γειτόνοι θα τραβάγαν τα μαλλιά τους. Τι τρελοί είναι τούτοι δω που ξεκινάνε με Λούλα, Λούλα και το γυρνάνε στο Ήρωες άπαρτα βουνά; Βέβαια, σ’ αυτές τις μαζώξεις η φυσική κατάληξη ήταν πάντα ο Θεοδωράκης και η μόνιμη επωδός «Το παλληκάρι έχει καημό και γω στα μάτια το κοιτώ»

   Αυτά το ’94, ’95 και όλα στη διαπασών. Από τα γύρω μπαλκόνια, σ’ αυτή τη γειτονιά, σ’ αυτή τη γειτονιά, οι φρικαρισμένοι γείτονες έσκιζαν τα ρούχα τους, έφτιαχναν σκοινιά με τα κουρέλια και τα έδεναν στα κάγκελα να δραπετεύσουν. Έτσι νομίζαμε. Τα μωρά κλαίγανε και η σαλταρισμένη κυρία του 6ου ορόφου έκαιγε λιβάνια σε εικονίσματα και κάθε τόσο έβγαινε και βαρούσε δυνατά παλαμάκια για να διώξει τα περιστέρια, που από όλα τα μπαλκόνια μόνο το δικό της κουτσουλούσανε και η αλήθεια είναι πως της το’ χανε καταχεσμένο.

   Είχαμε παρανοήσει όλοι. Όμως εμείς νοιώθαμε μιαν άγρια ελευθερία σ’ αυτή την παράνοια. Δεν ήταν λίγο πράγμα.

   Τα πηγαδάκια, εδώ και λίγη ώρα είχαν διαλυθεί. Καθισμένοι στις καρέκλες όλοι, άκουγαν τον Αντρέα που μιλούσε όρθιος.

   -Τι είναι η κοινωνία μας μπυρονόβιοι σύντροφοι συμπυροπότες και μπυρονιστές;  

   -Τι είναι;

   -Λέγε, λέγε. Τι είναι;

   -Ένα σιχαμερό έντομο είναι η κοινωνία μας – χειροκροτήματα και σφυρίγματα – που συνεχώς μας τσιμπά και βγάζουμε εξανθήματα.

   -Μύγα είναι;

   -Όχι. Κουνούπι είναι που μας πίνει το αίμα. Γι’ αυτό και μείς  γεμίζουμε το αίμα μας με αλκοόλ. Ας έρθουν μετά να μας τσιμπήσουν τα κουνούπια, να δεις τι θα πάθουν.

   -Εξάλλου, πετάχτηκε ο Τάκης, όπως λέει και ο Μίκης «Αν πάρουν και τα χρόνια μου στο αίμα μου θα μείνουν, κι αν γίνει το αίμα μου αλκοόλ κουνούπια θα το πίνουν»

   Γέλια, μάλλον κάπως αμήχανα.

   -Και πως τέλειωναν εκείνες οι απογευματινές συγκεντρώσεις;

   -Με την έναρξη της ώρας κοινής ησυχίας! Συνεχίζαμε, βέβαια, σε κανένα ουζάδικο. Δείχναμε στους γνωστούς τις γραφικές παραστάσεις και ξαναπιάναμε το τραγούδι. Τα χειρότερα όμως τα φυλάγαμε για τον Ηλία της Αίγλης. Διότι η Αίγλη, ως ροκ μπαράκι, δεν σήκωνε πέντε έξι αλαφιασμένους να τραγουδάνε «Χτυπούν απόψε στην ταράτσα τον Αντρέα…» ενώ από τα ηχεία έπαιζαν οι Rolling Stones. Ο Ηλίας δεν ήξερε τι να μας κάνει. Έβαζε κάνα Σαββόπουλο από τα παλιά ή τίποτα Άσιμο για να μας ξεγελάσει με άλλου είδους «επαναστατικά» άσματα που να συνάδουν και με το ύφος του μπαρ. Στην αρχή τα κατάφερνε. Ξεχνιόμασταν για λίγο με τίποτα «Ήλιε ήλιε αρχηγέ» ή «Ρε μπαγάσα περνάς καλά εκεί πάνω», αλλά ξαφνικά και όλοι μαζί «Το παλληκάρι έχει καημό  κι εγώ στα μάτια το κοιτώ…» και δώστου.

Ήταν να τον λυπάσαι το Ηλία κάτι τέτοιες στιγμές.

   -Και πως τελείωσαν όλα  αυτά ;    

   -Ήρθε ο χειμώνας. Οι μπύρες δεν χρειάζονταν κατάψυξη. Το χειρότερο ήταν πως ένας, ένας έπαιρνε πτυχίο κι έφευγε. Μείναμε μόνοι. Έμεινα μόνος μου. Έφυγα μετά από όλους και αυτός ο τελευταίος χρόνος ήταν πολύ βασανιστικός.

   Έπεσε μια μικρή σιωπή.

   -Νομίζω πως εδώ ταιριάζει να σας διαβάσω το γράμμα, είπε η Σοφία.

   -Ποιο γράμμα;

   -Εκείνη την εποχή που λέει, που είχαμε φύγει όλοι, μου έστειλε ένα γράμμα. Το έχω φυλάξει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά το έφερα απόψε μαζί μου.

   Ξεδίπλωσε το γράμμα και άρχισε να διαβάζει.

«Πάτρα 8 Απριλίου 1996

   Τι γίνεσαι ρε Σοφία; Που χάθηκες κι εσύ; Που χαθήκατε όλοι; Αντί να πάμε για κάνα καφέ να τα πούμε, βρισκόμαστε μέσω ΕΛ.ΤΑ. Μέσω γραμμένων λέξεων που δεν θα ακουστούν ποτέ. Γράφτηκαν μια φορά, θα διαβαστούν άλλη μία και πάει˙ θα ξεχαστούν.»

   Η Σοφία σήκωσε τα μάτια της από το χαρτί.

   -Εδώ φίλε μου Αντρέα έκανες λάθος. Να που μετά από τόσα χρόνια, αυτές οι  λέξεις ακούγονται. Άσε που δεν έχουν ξεχαστεί και νομίζω δεν θα ξεχαστούν.

   Συνέχισε να διαβάζει

   «Δεν ξέρω τώρα γιατί κάθομαι και σου γράφω. Ίσως να φταίει που έχει μπει η άνοιξη. Ίσως κι ο ήλιος που πάει να δύσει. Ίσως και το πικ απ.

Ποιος τη ζωή μου , ποιος την κυνηγά

   Ο αέρας μπαίνει δροσερός από την μπαλκονόπορτα και διαλύει τα κυκλάκια του καπνού. Τα αποτσίγαρα στοιβάζονται τσακισμένα στο τασάκι κι ο νερουλιασμένος φραπές δεν τραβάει άλλο. Οι μπύρες μού στέλνουν σήματα από το ψυγείο.

   Τέτοια ώρα οι παρέες θα έχουν δώσει ραντεβού στις πλατείες, στα Ψηλαλώνια, στην Όλγας, στην Τριών Ναυάρχων. Κάποιοι έρωτες θα ξεκινάνε και κάποιοι θα ανανεώνονται. Την άνοιξη δεν πεθαίνουν ποτέ οι έρωτες. 

   Μα που εξαφανιστήκατε όλοι; Ειδικά τώρα, που κάποιοι έρωτες γεννιούνται και κάποιοι ανανεώνονται. Ανθίζουν τα λουλούδια στον ακάλυπτο, οι τοίχοι μου παίρνουν χρώμα από το ηλιοβασίλεμα, ένα όργιο ζωής συμβαίνει εκεί έξω κι εγώ είμαι δω μέσα ˙ μόνος μου.

   Γι’ αυτό σου γράφω.

   Μου λείπετε. Που εξαφανιστήκατε όλοι; Τώρα θα ήμασταν στην Όλγας, στου Μάκη για ούζα, ή στον Τραγότσαλο. Θα πιάναμε κουβέντες περί ανέμων και υδάτων. Πειράγματα, κουτσομπολιά, γέλια πολλά και γκλιν, γκλιν τα ποτήρια.

«Η πρώτη γουλιά δια την καλήν υγείαν και ευθυμίαν»

Θα κάναμε μακροπρόθεσμα σχέδια και όνειρα απραγματοποίητα και ούτε θα καταλαβαίναμε πως πέρασε η ώρα. Θα κάναμε βραχυπρόθεσμα σχέδια για εκδρομές, γλέντια σε σπίτια ή ταβέρνες κι εκεί, σ’ αυτά τα γλέντια, θα κάναμε μακροπρόθεσμα σχέδια με όνειρα απραγματοποίητα και ούτε θα καταλαβαίναμε πως πέρασαν οι μέρες, οι μήνες. ‘Έτσι θα έκαναν βόλτες οι εποχές μαζί μας. Τους χειμώνες μαζώξεις και γλέντια μέσα στα σπίτια, σε κουτούκια και μπαράκια και τα καλοκαίρια χαρούμενες παρέες έξω στις αυλές και στις παραλίες και ούτε θα καταλαβαίναμε πως πέρασαν τα χρόνια. Τι άλλο θέλαμε;

   Όμως εσείς πήγατε κι εξαφανιστήκατε, όλοι. Πήρατε τα κωλοπτυχία και χαθήκατε οι περισσότεροι στη ρουφήχτρα της Αθήνας, ενώ άλλοι σε επαρχιακές, μικρότερες ρουφήχτρες, αλλά ρουφήχτρες. Επαγγελματική αποκατάσταση και  πραγματοποιήσιμα σχέδια για το μέλλον. Λες κι εδώ δεν θα μπορούσατε να βρείτε μια δουλειά!

   Τον πρώτο καιρό, όσοι είστε στην ίδια πόλη θα συνεχίσετε να βλέπεστε. Θα μεταφέρετε τις παρέες σας σε καινούρια στέκια και θα πίνετε εκεί τις μπύρες σας. Σιγά, σιγά όμως θα μπαίνετε στο λούκι. Δουλειά, κυνήγι της δουλειάς, ξυπνητήρι. Οι εποχές δεν θα είναι πια ίδιες. Ένας, ένας θα αρχίσετε να παντρεύεστε, θα κάνετε παιδάκια, οικογένειες, θα γίνεστε καθώς πρέπει. Θα φρικάρετε όλο και περισσότερο μέσα σ’ αυτό το τρελοκομείο που όσο πάει γίνεται και τρομακτικότερο. Αυτό το μάθημα που λέγεται Πραγματικότητα, θα δυσκολέψει πολύ και δεν θα έχετε ούτε σκονάκια, ούτε κανέναν να αντιγράψετε. Θα περνούν οι εξεταστικές και δεν θα το περνάτε με τίποτα. Θα περιμένετε πως και πως το καλοκαίρι για μια, δυο βδομάδες στις παραλίες κάποιου «εξωτικού» νησιού στο Αιγαίο. Για να γεμίσουν οι μπαταρίες σας! Ακούς εκεί! Θα είσαι με μπαταρία να εκτελείς εργασία …

   Έτσι φρικαρισμένους θα σας βρίσκουν οι εποχές και ούτε θα καταλάβετε πως πέρασαν τα χρόνια. Η ζωή σας ένας μαραθώνιος από φανάρι σε φανάρι. Τέρμα τα όνειρα ξυπνητοί ˙ μόνο κοιμισμένοι. Όμως κι εκεί θα περιμένετε ν’ ανάψει ένα πράσινο φανάρι για να ονειρευτείτε και να χαθείτε σ’ ένα μποτιλιάρισμα ονείρων. Συνήθως θα ξυπνάτε  κολλημένοι στο κόκκινο.

   Δεν ξέρω πώς να βάλω ένα τέλος σε μια τέτοια άτυχη προοπτική.  Κι έτσι όπως με δέσατε μαζί σας δεν ξέρω ούτε κι εγώ πώς να ξεφύγω. Τα ωραία χρόνια που περάσαμε μαζί τώρα μοιάζουν με αλυσίδες. Με αφήσατε μόνο μου να υποδέχομαι την άνοιξη δίχως καμία προοπτική.

   Πάω καμιά φορά στον Τραγότσαλο, αλλά δεν μπορώ να κάτσω για πάνω από μια μπύρα. Είναι κι αυτό το … Τραγοτσαλάκι που συνεχώς με ρωτάει για σας. Σηκώνομαι και φεύγω. Κατηφορίζω προς την Όλγας. Γνωστές φάτσες, κανένας φίλος. Κάθομαι στου Μάκη κι έχω την αίσθηση πως όπου να’ ναι θα φανεί κάποιος από σας. Εσύ, ο Νώντας, ο Γιάννης, ο Μανώλης, η Μαρία… Θα μαζευτούμε –λέει- στο τέλος καμιά δεκαριά και θα κινήσουμε για του Ψάχου, στον Αϊ  Γιάννη τον Μπράτσικα, ή για σουβλάκια στην Μουργιά, στην πλατεία Ελευθερίας. Η βραδιά θα κλείσει με Αίγλη ή Σκέντζο. Μα η ώρα περνά και κανείς δεν φαίνεται. Ο Μάκης μου φέρνει τα ούζα δίχως να ρωτάει τίποτα. Αυτό με πονάει περισσότερο. Τόσα χρόνια έχει δει φουρνιές και φουρνιές φοιτητών να εμφανίζονται από το πουθενά κι έτσι ξαφνικά να χάνονται. Ο Μάκης ξέρει πως τελειώνουν όλα αυτά και δεν ρωτάει.

   Στον γυρισμό για το σπίτι, καμιά φορά – λες για να βασανιστώ κι άλλο – περνάω από πολυκατοικίες που μέχρι πριν λίγους μήνες έμεναν φίλοι και φίλες. Το θυροτηλέφωνο γράφει άλλα ονόματα κι εγώ ανακαλύπτω έκπληκτος – κάθε φορά – πως δεν θυμάμαι ποιο ακριβώς ήταν το κουδούνι που χτυπούσα επί τόσα χρόνια. Νοιώθω τότε, πως έχω διαπράξει πολύ μεγάλη απρέπεια. Ρίχνω ένα ανήσυχο βλέμμα γύρω μου – μη με πήρε κανένα μάτι – κι ανοίγω το βήμα. Χώνομαι στο δωμάτιο σαν κυνηγημένος κι αρχίζω τις μπύρες.

Ποιος είναι μη ρωτάς

αυτός που στέκει εκεί στη δύση

πολύ να μ’ αγαπάς

αυτός θα μας χωρίσει

   Δεν ξέρω τι άλλο να σου γράψω. Αραιά και που περνάω από το Χασομέρι να πω καμιά κουβέντα με τον Παναγιώτη. Σκέφτεται να ξανανοίξει την ταβέρνα της μάνας του. Έχω γνωρίσει και κάποιους καινούριους μα δεν κάνουμε παρέα. Το Νεζερίτη τον αποφεύγω γιατί όποτε πάω με πιάνει κατάθλιψη. Ούτε ένας γνωστός. Βρήκε βέβαια, την ηρεμία του ο κυρ Αντρέας, αλλά νοιώθω πως του λείπουμε.

Αυτά Σοφία μου

Περνάω υπέροχα!

Φιλάκια

Αντρέας»

   Μετά την ανάγνωση του γράμματος έπεσε βαθιά σιωπή ελάχιστων στιγμών. Θα περνούσαν αρκετά δραματικά λεπτά μέχρι τις επόμενες στιγμές που θα ξανάπεφτε σιωπή. (κάποιος κοίταξε το ρολόι του)

   -Πολύ στο μελόδραμα δεν το ρίξαμε;

   -Ρε συ Αντρέα, πόσες  μπύρες είχες πιεί όταν τα έγραφες αυτά;

   -Εσύ Σοφία, του είχες απαντήσει τότε;

   -Κάτι του είχα γράψει, αλλά που να θυμάμαι.

   -Μου έγραψες να μην είμαι τόσο μελοδραματικός. Πως όπου να’ ναι θα φύγω κι εγώ από την Πάτρα κι όλα αυτά τα ωραία που ζήσαμε θα μου δίνουν κουράγιο και έμπνευση στα επόμενα χρόνια  τα οποία δεν θα είναι έτσι τραγικά που τα περιγράφω. Μου έγραψες πως όλα τα ωραία πράγματα όσο ωραία κι αν είναι έχουν ένα τέλος και πως αυτό το τέλος είναι το ξεκίνημα κάτι άλλου, ίσως και καλύτερου. Στο χέρι μας είναι.

   -Είδες; Καλά σου απάντησε. Έτσι είναι.

   -Έτσι είναι; συνέχισε ο Αντρέας. Τώρα που πενηνταρίζουμε μπορούμε δίχως σκέψη να πούμε πως οι ζωές μας είναι καλύτερες σήμερα από ότι τότε; Συνεχώς δεν παραπονιέστε; Συνεχώς δεν κλαίγεστε;

   -Καλά τώρα, ποιος δεν έχει προβλήματα; Ε, σ’ ένα φίλο θα τα πούμε τα προβλήματά μας, θα γκρινιάξουμε και λίγο˙ ανθρώπινο  είναι. Ο καθένας όμως το παλεύει όσο μπορεί.

   -Ναι, αλλά το παλεύει ο καθένας μόνος του. Γι’ αυτό σας κάλεσα απόψε εδώ, σύντροφοι μπυροποτιστές. Για να το παλέψουμε όλοι μαζί. Το έχω σκεφτεί πολύ το ζήτημα. Όπως σας έγραψα και στην πρόσκληση, θα φτιάξουμε μια οργάνωση με συγκεκριμένες αρχές. Όταν δούμε πως ακολουθώντας αυτές τις αρχές βελτιώνεται η ζωή μας, θα ξεκινήσουμε να καλούμε κι άλλους σ’ αυτή την οργάνωση. Και μετά κι άλλους. Θα αλλάξουμε τη ζωή μας και θα γίνουμε καλύτεροι, θα ζούμε καλύτερα. Κι όσο περισσότεροι γινόμαστε, τόσο θ’ αλλάζει κι ο κόσμος προς το καλύτερο.  Γιατί αν περιμένουμε πρώτα να φτιάξει ο κόσμος και μετά η ζωή μας, είναι σα να περιμένουμε πρώτα να φυτρώσει το δέντρο και μετά να φυτέψουμε τον σπόρο.

   -Και πως θα την λέμε την οργάνωση; πετάχτηκε ο Μπάμπης.

   -Ποια οργάνωση ρε και μαλακίες; Ποιες αρχές; Αυτά που μας έγραφες στην πρόσκληση, εν μέσω διάφορων ευτράπελων, να παρατήσουμε το ίντερνετ, τα κινητά τις τηλεοράσεις και τέτοια;

   -Ρε Στέλιο, από όσα έγραψα, εσύ αυτά συγκράτησες; Δεν είπα να εγκαταλείψουμε το ίντερνετ, αλλά τα facebook, instagram και τ’ άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ρουφιανιάς και σπατάλης χρόνου. Δεν είπα να πετάξεις το κινητό σου, αλλά το smart phone και να πάρεις ένα με κουμπάκια για να σταματήσει επιτέλους η εξάρτηση από αυτό το μαραφέτι που έχει γίνει η προέκταση του χεριού σου.

   -Ρε φίλε, είπε ο Μιχάλης, τι σε νοιάζει εσένα αν εγώ έχω πάθει εξάρτηση από το κινητό μου;

   -Α, έτσι πάει;

   -Έτσι πάει. Πως αλλιώς; Δικαίωμά μου δεν είναι να μαλακίζομαι όλη μέρα στο facebook; 

   -Δικαίωμά σου, ναι, αλλά κι εμένα είναι υποχρέωσή μου να σου πω πως έτσι καταστρέφεις την ποιότητα της ζωής σου.

   -Να μη σε νοιάζει η ποιότητα της ζωής μου!

   -Μιχαλάκη δεν μας τα λες καλά. Κάποτε έβγαζες πύρινους λόγους στις συνελεύσεις για την ποιότητα της ζωής μας, που την υποβαθμίζει ο παγκόσμιος καπιταλισμός και οι ντόπιοι εκπρόσωποί του. Νομίζω πως εκείνα τα χρόνια εσένα σ’ ένοιαζε η ποιότητα της ζωής των άλλων, εκτός κι αν έλεγες μπούρδες για να εντυπωσιάσεις.

   »Κι όταν, τότε πάλι, αρχές του ’90, ξεκίνησαν να μπαίνουν οι πρώτες κάμερες στους δρόμους, έξω από δημόσια κτίρια πρώτα, ήσουν  φανατικά ενάντιος: θα μας ρουφιανεύουν,  δεν θα μπορούμε να περπατάμε ελεύθερα και τέτοια. Σαν άρχισαν να μιλάνε για κάμερες και μέσα στα Πανεπιστήμια, πρωτοστατούσες στις πορείες διαμαρτυρίας: χάνεται η ιδιωτικότητα, παραβιάζεται το άσυλο, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα κλπ. Τα θυμάσαι όλα αυτά Μιχαλάκη; Τα θυμάσαι βέβαια. Πριν λίγο όμως, όταν διάβαζε η Σοφία το γράμμα, ανέβασες στο facebook μια φωτογραφία από την αποψινή μας μάζωξη «Ο Μιχάλης νοιώθει ευτυχισμένος, ευλογημένος και κουραφέξαλα,  στην τοποθεσία Χήρα». Τώρα έγινες εσύ η κάμερα, που εκτός από τον εαυτό σου ρουφιάνεψε και όλους εμάς εδώ, που μπορεί να μη θέλαμε να βγουν οι φάτσες μας στο facebook. Δεν μας ρώτησες.

   -Έχεις μεθύσει και δεν ξέρεις τι λες, είπε ένας

   -Γιατί εσύ είσαι ξεμέθυστος; απάντησε ένας άλλος.

   Ο Παναγιώτης άνοιξε κι άλλες μπύρες.

   -Που είναι το λάθος σ’ αυτά που είπα;

   -Τελικά πως θα την λέμε την οργάνωση;

   -Το λάθος είναι πως ο κόσμος έχει αλλάξει κι εσύ έχεις μείνει στα ΄90 και στα φοιτητικά μας χρόνια, του απάντησε η Χρυσούλα.

   -Χρυσούλα μου, δεν είναι δικαιολογία αυτή, πετάχτηκε η Σοφία. Ο κόσμος πάντα άλλαζε. Ξεχνάς τι γινότανε αρχές της δεκαετίας του ’90; Κατέρρευσε όλο το ανατολικό μπλοκ με εμφύλιους κι εκατομμύρια πρόσφυγες και κατεστραμμένους ανθρώπους. Η Γιουγκοσλαβία σταυρώθηκε, πρώτος πόλεμος στον κόλπο, γενοκτονία στη Ρουάντα… Η ισορροπία του τρόμου, ο ψυχρός πόλεμος τελείωσε και τον πρόεδρο της Αμερικής αρχίσαμε να τον λέμε πλανητάρχη. Στην ουσία, τότε ξεκινούσε ο 21ος αιώνας. Ο κόσμος άλλαζε ραγδαία και δεν μας άρεσε καθόλου αυτή η αλλαγή, γιατί ήταν φως φανάρι πως πηγαίναμε προς τα χειρότερα. Θέλαμε να αντισταθούμε σ’ αυτόν τον κατήφορο και κάναμε ότι μπορούσαμε και ότι νομίζαμε σωστό. Σήμερα που εξακολουθεί ο κόσμος να αλλάζει προς το χειρότερο  έχουμε πέσει με τα μούτρα στην κατρακύλα του.

   -Εγώ δεν έχω πέσει στην κατρακύλα του, ξεστόμισε η Μαρία. Του Μιχάλη να τα πεις αυτά ή του Δημήτρη.

   -Α, ωραία! έκανε έξαλλη η Σοφία

   -Ρε παιδιά, δεν βρεθήκαμε όλοι μαζί μετά από τόσα χρόνια για να μαλώσουμε. Όλοι έχουμε κάνει τα λάθη μας, όλοι έχουμε κάπου παρασυρθεί. Βρεθήκαμε για να πάρουμε μιαν απόφαση, να βάλουμε ένα τέλος σε όλα τούτα που μας ζορίζουν. Δεν είναι πολλά αυτά που πρέπει να κάνουμε για να φτιάξουμε τη ζωή μας, λίγα είναι.

   -Ναι, δεν είναι πολλά, είναι λίγα «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου»

   Χάχανα κι εβίβες κι ο Αντρέας χαμογελώντας κουνούσε το κεφάλι του.

   -Γιατί τώρα μου γαμείς την κουβέντα;

   -Γιατί εμείς φίλε, πήραμε τη ζωή μας λάθος. Τελεία. Κι αλλάξαμε ζωή.

   -Όχι Στέλιο, εμείς πήραμε τη ζωή μας με πόθους και με πάθος. Το λάθος είναι που αλλάξαμε ζωή. Κι εγώ λέω τώρα να ξαναλλάξουμε ζωή και να την φέρουμε στα ίσα της, όπως ήταν παλιά, με πόθους και με πάθος.

   -Κι εγώ λέω να μη σας φέρω άλλες μπύρες γιατί είστε όλοι ντίρλα,  είπε ο ταβερνιάρης γελώντας. Άντε να με πληρώνετε να το διαλύουμε σιγά, σιγά.

   -Παναγιώτη, άσε τις μαλακίες και φέρε καμιά δεκαπενταριά ακόμη, καλά παγωμένες.

   -Από τις «καλές» ε;

   -Ρε παίδες, τέτοιες μαζώξεις πρέπει να τις κάνουμε συχνά, όχι απαραίτητα στην Πάτρα…

   -Ωχ ρε Αντρέα! Μας τα έγραψες αυτά και στην πρόσκληση. Σταμάτα όμως πια αυτό το τροπάρι. Εγώ δεν ήρθα εδώ ούτε για να αλλάξω  τη ζωή μου, ούτε για να φτιάξω καμιά οργάνωση.

   -Αλήθεια ρε παιδιά, πως θα την πούμε αυτή την οργάνωση;

   -Ήρθα εδώ για να δω παλιούς φίλους, να θυμηθούμε τα παλιά, να πούμε καμιά μαλακία και να πιούμε τις μπύρες μας. Όχι για ν’ αλλάξω τη ζωή μου. Τι έχει δηλαδή η ζωή μου ή οι ζωές των άλλων; Μια χαρά είναι. Βλέπεις εδώ κανένα δυστυχισμένο; Μόνο εσύ φαίνεσαι δυστυχισμένος και κολλημένος.

   -Καλά σου λέει ρε Αντρέα, ξεκόλλα.

   -Ναι ρε Αντρέα, δεν τρέχει τίποτα με τις ζωές μας, μια χαρά είμαστε όλοι. Ας τη σταματήσουμε αυτή τη σαχλαμάρα να πούμε τίποτα ευχάριστο.

   Ο Αντρέας έκανε μια κίνηση με το χέρι σα να έδιωχνε μύγες. Κούνησε αργά, αργά το κεφάλι  δεξιά κι αριστερά ν’ ακουστούν τα κρακ, κρακ που έκαναν τα άλατα στον αυχένα του και είπε (αργά στην αρχή, πιο γρήγορα μετά).

   -Σύντροφοι, συμπότες, μπυρονιστές, μπυρονίστριες και τα λοιπά. Τόσα χρόνια μου έχετε ζαλίσει τον έρωτα με την γκρίνια σας. Με την γκρίνια σας, τον έρωτα μου έχετε ζαλίσει, κρακ, κρακ. Ο ένας, δουλειά από το πρωί ως το βράδυ. Ο άλλος άνεργος για καιρό, άλλοι χαμηλόμισθοι που δεν τα βγάζετε πέρα. Παιδιά, υποχρεώσεις, τρεχάλα, δάνεια που τρέχουν κι αυτά, κρίση, κωλοκυβερνήσεις, μαυρίλα γύρω τριγύρω και μου λέτε πως δεν τρέχει τίποτα, ενώ τόσα χρόνια μου λέτε άλλα; Μιλάτε συνέχεια για την αναξιοκρατία και την έλλειψη δικαιοσύνης, μου ανεβάζετε συνέχεια στα ιντερνέτια φωτογραφίες με νεκρά προσφυγόπουλα, βομβαρδισμένες πόλεις, σφαγμένους πολίτες, αναδημοσιεύετε άρθρα που μιλούν για το πόσο κακός, σκοτεινός και αδιέξοδος είναι ο κόσμος και τώρα μου λέτε πως δεν τρέχει τίποτα; Πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να αλλάξουν οι ζωές σας;

   Ρε σεις, μπορεί να είχαμε παρανοήσει όταν βάζαμε θερμόμετρο στις μπύρες, μα σαν μου λέτε σήμερα, απόψε, πως όλα εντάξει με τις ζωές σας και δεν τρέχει τίποτα, πρόκειται για παράνοια ασύλληπτου μεγέθους.

   -Τι θέλεις να πεις τώρα, πως όταν συμβαίνει κάτι στραβό γύρω μας να μη το λέμε; να κάνουμε σα να μην τρέχει τίποτα;

   -Χα, να το λέμε, να το λέμε. Να βάζουμε μια φωτογραφία με το πνιγμένο παιδάκι και μετά να μπαίνουμε κάθε τόσο για να δούμε πόσα like πήραμε. Γαμώ την ευαισθησία μας και την ιδεολογία μας!

   -Πριν είκοσι, τριάντα χρόνια, θα κολλάγαμε αφίσες με το παιδάκι. Τώρα η τεχνολογία μας παρέχει κι άλλες δυνατότητες. Που είναι το λάθος;

   -Το λάθος είναι πως τότε νοιαζόσασταν για το παιδάκι, ενώ σήμερα νοιάζεστε πιο πολύ για τα like. Το λάθος είναι πως είσαστε ικανοποιημένοι μ΄ αυτό που ζείτε.

   -Ικανοποιημένοι δεν είμαστε, ούτε και τότε ήμασταν στα «ωραία φοιτητικά χρόνια» που έχεις εξιδανικεύσει. Και τότε γκρινιάζαμε. Μόνο που τότε είχαμε τα λεφτά του μπαμπά για να γκρινιάζουμε ξέγνοιαστα και να πίνουμε τις μπύρες μας με ανεμελιά. Όταν έπρεπε να βρούμε μόνοι μας αυτά τα λεφτά , το πράμα ζόρισε. Αναγκαστικά κάναμε και κάποιες υποχωρήσεις.

    Ο Αντρέας είχε ένα αξιολύπητο ύφος.

   -Αλλάξατε ρε παιδιά, αλλάξατε.

   -Δεν έχουμε αλλάξει Αντρέα, οι ίδιοι είμαστε. Απλά όταν χωρίσαμε πήραμε άλλους δρόμους.

   -Ε όχι και δεν έχουμε αλλάξει Μαρία μου! Εσύ ήσουν αναρχία ως τα μπούνια και μετά έγλειφες κατουρημένες ποδιές για μια θέση στο δημόσιο.

   -Έλα Στέλιο, ήρεμα!

   -Τι λες ρε μαλάκα που έγλειφα κατουρημένες ποδιές;

   -Στέλιο ήρεμα, είπε ο Νώντας, μην κρίνεις εξ ιδίων τ’ αλλότρια.

   -Τι εννοείς εξ ιδίων;

   -Εννοώ πως από μέγας κνίτης το ’90, άραξες στον Συνασπισμό το 95 κι όταν δεν σε βόλεψαν στο γραφείο του βουλευτή το 2000, προσάραξες στο ΠΑΣΟΚ που σε βόλεψε. Τώρα βέβαια, είσαι παρατρεχάμενος του ΣΥΡΙΖΑ.

   -Άσε ρε Νώντα,  άσε τον Στέλιο και πες μας για σένα που έπινες νερό στο όνομα του Ντύλαν και του Λένον. Πες μας που τα βρίσκεις και κάθε τρεις και λίγο τα σπας στα σκυλάδικα. Όχι με Ντύλαν φυσικά!

   -Α! Η Τόνια μας. Θα σου πω Τόνια μου, αλλά πρώτα να μας πεις εσύ, αυτή τη μία δουλειά του δημοσίου που λες πως πήρες, πώς την πήρες; Με τι κωλογλειψήματα και λαδώματα και διαπλοκές; Άσε που ξέρω καλά ότι έχεις πάρει τουλάχιστον πέντε δουλειές του δημοσίου τα τελευταία οχτώ, εννιά χρόνια.

   -Παιδιά, πετάχτηκε ο Γιάννης, προτού αρχίσετε να λέτε και τα δικά μου άπλυτα θα σας προλάβω και θα τα ομολογήσω μόνος μου: στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ αντέγραψα από τον μπροστινό μου!

   -Άσε ρε Γιάννη τις εξυπνάδες. Καλό κουμάσι είσαι κι εσύ. Ρεμπέτικα και Μάρκος, ο άγιος Δελιάς κι ο μέγας Θεοδωράκης. Μας έβριζες που ακούγαμε Μενιδιάτη και Αγγελόπουλο. Τώρα στις πενταήμερες συνοδεύεις τους μαθητές σου στα σκυλάδικα και στήνεις πρώτος το χορό επάνω στα τραπέζια με τα ξέκωλα. 

   -Χα, να κι  Σούλα με τα ξέκωλα. Τη θυμάστε παιδιά τη Σούλα; Φελίνι, Αντονιόνι, Μπέργκμαν, και Αγγελόπουλος Θεόδωρος. Τον καιρό των τσιγγάνων τον είχε βρει αφελή σκηνοθετικά! Τώρα γράφει στην «Κα-πουτσίνο»  αναλύσεις για το Survivor και αγωνιά για την έκβαση του κάθε επεισοδίου καθώς και για τον νικητή. Όταν δεν έχει Survivor μας ενημερώνει με ποιους πηδιούνται τα ξέκωλα της Show Biz.

   -Η δουλειά δεν είναι ντροπή αγάπη μου!

   -Ναι, αλλά η ντροπή δεν μπορεί να είναι δουλειά. Είναι ντροπή αυτά που γράφεις και μεγαλύτερη ντροπή να πληρώνεσαι για την ντροπή σου.

   -Εγώ δεν ήρθα εδώ για να με προσβάλλετε. Αμέτε όλοι σας στον διάολο, είπε και φόρεσε το σακάκι της. Πήρε το τσαντάκι της και την έκανε πρώτη.

   Μες την ημιυπόγεια την ταβέρνα της Χήρας, μες σε καπνούς και σε βρισιές γινότανε χαμός μεγάλος. Ο ένας έβγαζε στη φόρα   τα άπλυτα του αλλουνού. Φωνές, καυγάδες, βαριές κουβέντες κι ασυγχώρητες συμπεριφορές. Ένας, ένας οι θιγμένοι τα μάζευαν κι έφευγαν.

Με τα σου’ πα και τα μου’ πες

βοηθοί και παραγιοί

την εκάναμε από κούπες

κι όλοι μείναμε ταπί.

   Ο Παναγιώτης συνέχισε να φέρνει μπύρες και γελούσε.

   -Εσύ πάλι, γιατί γελάς;

   -Γιατί και τότε ήσασταν μαλάκες και τώρα τα ίδια. Τόσα πράγματα άλλαξαν τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια στον κόσμο ετούτο, τον μικρό, τον μέγα, αλλά η μαλακία σας εκεί ˙ ακλόνητη. Δεν αλλάζει με τίποτα.  

   Στο σιντόφωνο εξακολουθούσαν οι πενιές του Ζαμπέτα

Και νταρούντα ρούντα, ρούντα, ρουμ νταμ, νταμ ντραμ

χάσαμε τ’ αρεοπλάνο , το βαπόρι και το τραμ.

   -Ρε σεις, τόσες ώρες το ίδιο τραγούδι παίζει;

   Σε δεκαπέντε, είκοσι λεπτά, η ταβέρνα της Χήρας είχε σχεδόν αδειάσει. Μάταια προσπαθούσαν μερικοί να ηρεμίσουν τους υπόλοιπους, να δώσουν τόπο στην οργή και να μη χαλάσει ετούτη η ωραία βραδιά «που σμίξαμε όλοι μαζί μετά από χρόνια». Μάταια. Στο τέλος έμειναν έξι, εφτά να πίνουν αμίλητοι τις μπύρες τους.

   Μετά από αρκετά δραματικά λεπτά είχε ξαναπέσει μια βαριά σιωπή. Κάποιος κοίταξε το ρολόι του.

   -Καταστροφή! Εγώ σας κάλεσα εδώ απόψε για να κάνουμε μια καινούρια αρχή, για να τα πάμε λίγο καλύτερα και τελικά γίναμε πολύ χειρότερα. Μπίλιες γίναμε. Βριστήκαμε, τσακωθήκαμε, μόνο ξύλο που δεν παίξαμε. Θα ξαναμιλήσουμε μεταξύ  μας;

   -Μπορεί και όχι. Όμως και τόσα χρόνια που μιλούσαμε, τι έγινε; Απ’ ότι φαίνεται, ψέματα και υποκρισία. Αυτό που νόμιζε ο ένας για τον άλλο ήτανε μια πλάνη. Τώρα βγήκαν στη φόρα οι αληθινοί χαρακτήρες.

   -Δεν ήμασταν έτσι όμως παλιά. Όχι ρε φίλε, δεν ήμασταν έτσι.

   -Έτσι ήμασταν. Δεν άκουσες τι είπε πριν κι ο Παναγιώτης; Πάνω στο κυνήγι, φίλε, συμμετέχουν όλοι με τον ίδιο ενθουσιασμό, δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και βοηθάει ο ένας τον άλλο. Όταν όμως το πιάσουμε το αγριογούρουνο, στην μοιρασιά, δείχνουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Οι εποχές που θυμάσαι, που τόσο νοσταλγείς, ήταν εποχές κυνηγιού.

   Ο Μανώλης σηκώθηκε να φύγει κι αυτός.

   -Καημένε Αντρέα, τι σ’ έκανε να πιστέψεις πως θέλουμε ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας; Επειδή γκρινιάζουμε συχνά;

   Ο Αντρέας φαινόταν πως είχε χάσει κάθε όρεξη για κουβέντα, αλλά έπρεπε κάτι να πει.

   -Όχι μόνο αυτό. Είστε όλοι άνθρωποι με άποψη για τα πράγματα και τα στραβά τα βλέπετε. Νοιάζεστε όχι μόνο για τα δικά σας προβλήματα. Συμμετέχετε σε δράσεις, άλλοι συνδικαλίζεστε… Έχετε έναν πολιτικό λόγο , τέλος πάντων, σωστό ή λάθος δεν έχει σημασία. Το σημαντικό είναι πως ενδιαφέρεστε για τα κοινά, ενδιαφέρεστε να φτιάξετε τα στραβά που υπάρχουν γύρω σας. Άρα ενδιαφέρεστε να φτιάξετε και τα στραβά που υπάρχουν στις δικές σας ζωές.

   -Ωπ, εδώ τα χαλάμε. Αυτό το «άρα» δεν ισχύει.

   -Πώς δεν ισχύει; Είναι δυνατό να μην ισχύει;

   -Φυσικά και είναι. Αν όσοι θέλουν να φτιάξουν τον κόσμο φρόντιζαν να φτιάξουν και τις δικές τους ζωές, ο κόσμος μας θα ήταν παράδεισος, εκατοντάδες χρόνια τώρα. Συνήθως όσοι θέλουν να φτιάξουν τον κόσμο δεν κάνουν τίποτα για να φτιάξουν τις δικές τους ζωές.

   -Δεν το καταλαβαίνω, πως γίνεται αυτό; Γιατί γίνεται αυτό;

   -Μάλλον για να μην αλλάξει ποτέ ο κόσμος. Τι να σου πω; δεν ξέρω. Ρώτα τον Χριστό, τον Βούδα, τον Χίτλερ, τον Φρόυντ… ή ρώτα τον εαυτό σου. Γιατί ήθελες να φτιάξεις τις δικές μας ζωές; Με την δική σου τι κάνεις;

   -Μα ρε παιδιά, αν γίνει καλύτερη η ζωή των γύρω μου, θα γίνει και η δική μου.

   -Χα! Κι αν οι γύρω σου δεν θέλουν να την καλυτερέψουν; Δεν τους είδες όλους απόψε;

   Είχαν σηκωθεί και οι υπόλοιποι.

   -Σε τελική ανάλυση τι είναι αυτό που θα κάνει πιο ωραία τη ζωή τους; Ξέρεις να τους πεις; Δεν ξέρεις. Φίλτατε Αντρέα, φτιάξε πρώτα τη δική σου τη ζωή και μετά έλα να μας πεις πως το έκανες, να προσπαθήσουμε κι εμείς. Δώσε μας το παράδειγμα.

   -Έτσι είναι αγόρι μου. Και να σου πως και τ’ άλλο; Όταν οι γύρω μας είναι χάλια, αυτό συνήθως επηρεάζει κι  εμάς. Όταν όμως οι γύρω μας είναι μια χαρά, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως θα είμαστε κι εμείς μια χαρά.

   -Σωστό. Εσύ μας είδες σαν την έξωθεν βοήθεια που θα κινήσει τους τροχούς της εσωτερικής σου ακινησίας. Αλλά δεν είναι έτσι. Μπες σε κίνηση αγόρι μου.

   -Σωστά. Μπες σε κίνηση.

   Έφυγαν. Έμεινα εγώ με τον Αντρέα και τον Παναγιώτη καθισμένο σταυροπόδι παραπέρα να χαϊδεύει την μακριά γκριζόλευκη γενειάδα του. Για κάμποση ώρα δεν μιλούσε κανείς. 

   -Άντε, να πηγαίνω κι εγώ.

   -Κάτσε ρε Αντρέα. Κάτσε. Θα την φτιάξουμε οι δυο μας την οργάνωση.

   Χαμογέλασε.

   -Με δουλεύεις;

   -Όχι. Αντί να ξεκινήσουμε με τριάντα, σαράντα άτομα θα ξεκινήσουμε με δύο. Θα γίνουμε τρεις, πέντε, δέκα κι όλο θα μεγαλώνουμε. Αν αποδειχτεί πως δουλεύουν οι αρχές και οι πρακτικές μας θα αυξηθούμε με γεωμετρικό ρυθμό. Τέλος, μην ξεχνάς αυτούς που δεν ήρθαν απόψε. Θα τους πιάσουμε έναν, έναν.

   -Άστο ρε φίλε.

   -Πώς άστο; Εσύ το ξεκίνησες όλο αυτό και τώρα που σου λέω πως είμαι μέσα και να το προσπαθήσουμε, μου λες άστο και σηκώνεσαι και φεύγεις; Τόσο εύκολα τα παρατάς;

   -Δεν άκουσες τους άλλους; Έχουν δίκιο. Πρώτα πρέπει να αλλάξει ο καθένας τον εαυτό του. Δεν θα γίνει τίποτα αν αφήσουμε τους εαυτούς μας ίδιους μας, που έλεγε κι ο Νικόλας.

   -Εντάξει, έχουν δίκιο. Έτσι πρέπει να γίνει κι έτσι θα γίνει. Αλλά επειδή είναι δύσκολο να βάλουμε μόνοι μας σε κίνηση αυτούς τους εσωτερικούς μηχανισμούς, θα το προσπαθήσουμε μαζί. Δεν είμαστε τόσο δυνατοί για να τα καταφέρουμε μόνοι μας.

   Ο Αντρέας όμως ήδη κατευθυνόταν προς την έξοδο.

   -Ρε παλληκάρι, του φώναξε ο Παναγιώτης. Ξέρω πως έχεις καημό μεγάλο, αλλά κάνε μου μια χάρη. Γύρνα να σε κοιτάξω στα μάτια και πες μου, άμα την φτιάχνατε τελικά αυτή την οργάνωση, πώς θα την ονομάζατε;

   Ο Αντρέας κοντοστάθηκε.

Έβγαλε από το μπουφάν του ένα διπλωμένο ύφασμα και του το πέταξε.

   -Το Μπυροδρέπανο.

   -Το Μπυροδρέπανο;

   -Ναι, το Μπυροδρέπανο.

   Ο Παναγιώτης έβαλε τα γέλια. Γελούσε με την καρδιά του κάτω από τα παχιά μουστάκια του και την πυκνή γενειάδα. Ξεδίπλωσε το ύφασμα και αποκαλύφτηκε μια σημαία με το Μπυροδρέπανο. Την σήκωσε ψηλά κι εξακολουθούσε να γελά κουνώντας το κεφάλι.

   -Ρε πούστηδες, είστε απίστευτοι, αλλά και απίστευτα βλάκες.

   Ο Αντρέας είχε ήδη ανοίξει την πόρτα μα ο Παναγιώτης συνέχιζε.

   -Αντρέα, αγόρι μου, άμα τους έλεγες από την αρχή το όνομα, κανένας δεν θα είχε φύγει. Άμα τους έδειχνες και τη σημαία θα γινόταν της κακομοίρας. Με τόσες χιλιάδες λίτρα μπύρας που έχετε πιει στη ζωή σας και τόση μαλακία που σας δέρνει, όλοι θα ήθελαν να είναι μέλη μιας οργάνωσης που την λένε Μπυροδρέπανο.  Κι ότι θέλει ας είναι αυτή η οργάνωση. Διότι , αγόρι μου, δεν έχει σημασία τι πουλάς. Το όνομα μετράει, η βιτρίνα, αυτό που θα τραβήξει τον κόσμο. Τράβηξε τον κόσμο και μετά πούλα του ότι διάολο θες. Εσείς με τέτοιο brand name θα κάνατε θραύση. Αλλά τελικά τα κάνατε σκατά.

   Και σε ρώτησαν τόσες φορές! Εσύ ήξερες το όνομα;

   -Όχι.

   -Και τώρα έκατσες κι εσύ στον άξονα. Χα, χα! Σε πούλησε κι ο αρχηγός, προτού προλάβει να γίνει αρχηγός. Είστε απίστευτοι!

   Δεν μιλούσα και άδειαζα την τελευταία μπύρα που έβλεπα μπροστά μου. Όλο αυτό το αποψινό ήταν μια απρόσμενη όσο και οδυνηρή απογοήτευση. Είχα επενδύσει κι εγώ κάποιες ελπίδες σε τούτη τη μάζωξη. Τώρα από πού να περιμένω φως;

Πώς να βάλω μόνος μου σε κίνηση τους εσωτερικούς μου τροχούς;

   Ήπια την τελευταία γουλιά και σηκώθηκα να φύγω, παραπατώντας λιγάκι.

   -Καληνύχτα Παναγιώτη.

   -Καληνύχτα; Τι καληνύχτα; Που πας;

   -Ε, πάω να φύγω κι εγώ. Εδώ θα την βγάλω;

   -Να φύγεις; Ρε με δουλεύεις; Τριανταπέντε καφάσια μπύρες ήπιατε. Χώρια οι μεζέδες.

   Εμένα ποιος θα με πληρώσει;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: