ονειροΚρήτης

αφιερωμένο στον chrismos

 

Εγώ ο Γαναρογραφιάς, ο συμπότης υμών και ο συγκοινωνός και συμμέτοχος εις το γλέντι το τρικούβερτο το προχτεσινό, εις χωρίον ονόματι Λευκόπατος – χωρίον της Κρήτης – άμα το πέρας της κραιπάλης, ξημερώματα, δυο μέρες μετά δηλαδή, πήρα δρόμους και σοκάκια να γυρίσω σπίτι μου.

Ένθεος πνεύματος αλκοολικού, κοινώς φυσέκι, στο δρόμο μεν πατούσα, αλλά συχνά κι απο πατούσα. Και βήμα, βήμα, ζάλο, ζάλο, μέσα στο μισοσκόταδο, χάθηκα στα λιόφυτα και βρέθηκα σε σπήλαιο μικρό και μέγα. Δαυλί τση μεθιάς από την κορφή ως τα νύχια, απόκαμα σε βράχο μαλακό, εντός του σπηλαίου. Άμα τη αφίξει μου, λύκοι, αρκούδες, λέοντες, φίδια, σκορπιοί και όλα τα ζούμπερα του σπηλίου, μόλις μύρισαν τα χνώτα μου, έφυγαν έντρομα, τρέχοντας και σκούζοντας. Κι έπεσα πέσιμο βαθύ στον μαλακό τον βράχο. Κι έχοντας πιεί στο γλέντι το τρικούβερτο, το προχθεσινό, 666 ρακές (ΟΛΟΓΡΑΦΩΣ: εξακόσιες εξήντα έξι ρακές) είδα τον ουρανό σφοντύλι και είδα όραμα μεγάλο , σφόδρα προφητικό.

Εκεί μακριά, ψηλά, μα και κοντά μου, χαμηλά, εκεί, στης αυγής την κροκάτη γάζα και στο βάθος του άσωτου ουρανού, στέκονταν παραταγμένοι εφτά άγγελοι με σάλπιγγες.

Ο πρώτος άγγελος σάλπισε και πλησίασε καβάλα σ΄ ένα γαλάζιο άλογο με μαύρη χαίτη. Φύσηξε στα μάτια μου και είδα. Είδα κόσμο πολύ. Πρόσφυγες! Πόλεμος πριν και πόλεμος μετά. Κόσμος κυνηγημένος και δυστυχισμένος. Είδα λύκους στα έδρανα, λύκους στα μπαλκόνια, λύκους στις εκκλησίες. Και πρόβατα. Πρόβατα μετά φόβου…
Αργότερα έπεφταν δέματα από κάτι αεροπλάνα. Κάργα σοκολατούχα και κονσερβατούχα. Τα πρόβατα , ξελιγωμένα όπως ήταν, χαρήκανε τα μάλα και έδωσαν το βοσκοτόπι τους αντιπαροχή. Είδα και τον Καζαντζίδη να κλαίει το άρμεγμα των προβάτων και είδα τα πρόβατα να γουστάρουν τρελά την ώρα που τα αρμέγουν ν’ ακούν τραγούδια για το άρμεγμα. Είδα μια Ελλάδα ρημαγμένη, να προσπαθεί να σηκωθεί μα να πέφτει. Και να ξανασηκώνεται και να ξαναπέφτει. Και πάντα να ελπίζει στους πολιτικούς της και να πιστεύει ακράδαντα πως αυτοί θα την βοηθήσουν να σηκωθεί , επιτέλους.

Αλλά οι δαίμονες καραδοκούσαν από παντού. Και τότε, ένας αρχιδαίμονας, καβάλα σε μια νυχτερίδα, εφόρμησε απ’ τον ουρανό και πέταξε κατά τη γη ένα μαύρο σατανικό κουτί, φτιαγμένο στα βάθη της κολάσεως. Αυτό έσκασε σε μια μεγαλειώδη έκρηξη και το αποτέλεσμα αυτού του big bang, ήταν να γεμίσουν όλα τα σπίτια τηλεοράσεις. Αυτό ήταν που περίμεναν και οι άλλοι δαίμονες. Αμέσως χώθηκαν μέσα στα καλώδια και στις κεραίες κι έτσι, επιτέλους, κατάφεραν να μπουν σε όλα τα σπίτια. Και πολύ χάρηκαν οι πολιτικοί, μα και οι κάθε λογής λύκοι του μάταιου κόσμου τούτου.
Αλλά χάρηκαν και οι άνθρωποι. Και προς στιγμήν, οι Έλληνες, νόμισαν πως στάθηκαν, επιτέλους, στα πόδια τους.
Και πέθανε ο Καραμανλής, πέθανε κι ο Αντρέας, πέθανε κι ο Φλωράκης και έγινε ημέρα δεύτερη.
Και όλοι πίστευαν πως τα πράγματα όδευαν σχετικά καλώς.

Και τότε σάλπισε ο δεύτερος άγγελος, καβάλα σε κόκκινο άλογο. Και σάλπισε θέμα jazz, το θέμα από τον Ροζ Πάνθηρα. «τουρού, τουρού, τουρού ρου, ρου, ρου, ρουουου…»

Και είδα τρεις καβαλάρηδες, καπεταναίοι μεγάλοι. Η τρόικα της μεταπολίτευσης: Καραμανλής, Παπανδρέου, Φλωράκης. Κι έσερναν από πίσω τους στρατό αναρίθμητο. Μιλιούνια. Στρατός γερός, καλά αρματωμένος με όπλα κάθε λογής. Άλλοι καβαλαραίοι, άλλοι πεζή, άλλοι σε άρματα μάχης, άλλοι καβάλα σε καλάμια. Όλοι αγριεμένοι και τρομεροί, που ένας να τους βλέπει και χιλιάδες να τρέμουν από τον φόβο τους. Και ήταν ο στρατός αυτός ο αναρίθμητος, όλοι τους φαντάσματα. Και είχαν αρχηγούς αυτούς του τρεις καπεταναίοι. Σε ρόλο ντ’ Αρτανιάν, ο καπετάν Λεωνίδας, πρόσφατα αφιχθείς στον κόσμο των πνευμάτων.

Και ξεμπούκαραν όλοι τούτοι, από το Φραγκοκάστελλο. Στην αρχή άλωσαν την Κρήτη. Χαρά μεγάλη έδωσαν σε όλες τις πολιτικές οικογένειες του νησιού. «Ήρθαμε να σας στηρίξουμε» , φώναξαν με μια φωνή οι πεθαμένοι. Πρώτα ξήλωσαν όλα τα καλώδια του ίντερνετ και μετά μακέλεψαν κάθε καινούρια φωνή που πήγαινε να ξεμυτίσει. Αφού φρόντισαν να μείνει η Κρήτη εκατό χρόνια πίσω, ανηφόρησαν προς τα νησιά και ύστερα προς την Πελοπόννησο. Εμψύχωναν τα μεγάλα τζάκια και τρόμαζαν τον υπόλοιπο κόσμο.

Κι απλώθηκε ο στρατός παντού, σε κάθε σημείο της Ελλάδας. Και πολεμούσε με λύσσα κάθε τι καινούριο και κάθε τι καλό. Έκανε βρικόλακες όλους τους πολιτικούς κι αυτοί τρέφονταν με αίμα από περασμένα μεγαλεία και με σάπια κουφάρια πεθαμένων ιδεών.

Και τότε σάλπισε ο τρίτος άγγελος, καβάλα σε κόκκινο άλογο. Για να ακριβολογούμε, δεν σάλπισε, διότι κρατούσε σαξόφωνο. Μάλιστα όταν ήρθε πιο κοντά είδα πως ήταν ο Γιώργος Κατσαρός.

Μου έδειξε τη χώρα και μ’ έπιασε η καρδιά μου. Ένα μαύρο σύννεφο είχε κάτσει πάνω της απ’ άκρο σ’ άκρο. Μια βαριά καταχνιά κι ένα ψυχοπλάκωμα. Ο στρατός των φαντασμάτων είχε καταλάβει τα πάντα. Η παλιά Ελλάδα είχε κάτσει σαν κακός δαίμονας στο σβέρκο της καινούριας. Οι νεκροί είχαν κυριεύσει τους ζωντανούς. Κι ο κόσμος είχε τρελαθεί τρέλα μεγάλη. Έβλεπε το πεθαμένο για ζωντανό και τη μούχλα για δροσοσταλίδα. Το ψέμα το έλεγε αλήθεια και την αλήθεια την έλεγε σατανική. Μα οι σατανάδες και τα φαντάσματα είχαν μπει μέσα σε όλες τις τηλεοράσεις, σε όλα τα ραδιόφωνα, σε όλο τον κόσμο. Ήταν παντού και δεν άφηναν τους ανθρώπους να πάρουν ανάσα. Και οι άνθρωποι , που παλιά έστελναν τους ψυχασθενείς στα ψυχιατρεία, τώρα τους έστελναν στη Βουλή. Τους έδιναν όλη την εξουσία. Τους έκαναν υπουργούς, πρωθυπουργούς, τραπεζίτες, αρχιμανδρίτες, μητροπολίτες, μεγαλοβιομήχανους και τους κάθιζαν πάνω από το σβέρκο τους σα βδέλλες.
Πόνος και δυστυχία παντού. Και η σκοτεινιά μεγάλωνε.

Και τότε εμφανίστηκε ο έβδομος άγγελος. (Χάριν συντομίας και για να μη γίνομαι κουραστικός, παραλείπω τον 4ο , 5ο , και 6ο ). Αυτός φορούσε κοντά παντελονάκια, έπαιζε μια φυσαρμόνικα κι έμοιαζε σα να’ χε κάνει σκασιαρχείο από το σχολείο των αγγέλων.
«Εγώ θα σου δείξω», μου είπε, «πως θα σωθεί η χώρα»
Κι άρχισε να παίζει με τη φυσαρμόνικα το «Ζάβαρα κατρανέμια» . Σα να μου φάνηκε πως το μαύρο σύννεφο κουνήθηκε λιγάκι, αλλά την ίδια ώρα, άκουσα φωνή μεγάλη να κράζει το όνομά μου. Κοίταξα γύρω μου, δεν είδα κανένα. Η φωνή δυνάμωνε κι αγρίευε και μ΄ έκραζε ολοφάνερα. Και ταρακουνήθην ριζοκορμόκλαδα, σα να γινόταν σεισμός σφοδρός. Κι ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω από πάνω μου τη γυναίκα μου.
«Μα δεν ακούς που σου φωνάζω τόση ώρα; Ξύπνα και χέστηκε το μωρό, να το αλλάξεις. Εγώ πρέπει να φύγω για τη δουλειά και δεν προλαβαίνω.»
Και έφυγε.
«Μα … ο άγγελος… Πρέπει να μάθω πως θα σωθεί η χώρα!»
Ξανάκλεισα τα μάτια μου , αλλά τα χεσμένα μωρά κλαίνε πιο επίμονα από τους αγγέλους.

Και τότε ξανάνοιξα τα μάτια μου και ξαναξύπνησα, ξανά και πάλι και ούτω καθ εξής. Και ήμουν στο γνωστό σπήλαιο το μικρό και μέγα, το χαμένο μες το λιόφυτο. Και βρισκόμουν ακόμα υπό την επήρεια μέθης μεγάλης, προερχόμενης εξ εξακοσίων εξήντα έξι ρακών , που καταναλώθηκαν σε έξαλλη κραιπάλη εις χωρίων Λευκόπατος, Κρήτης και, ανάθεμά με… Ήμουν πολύ χάλια.
Αυτό όμως που περιέγραψα, δεν ήταν ονειροΚρήτης. Ήταν όραμα πανελλήνιο.
Ως εκ τούτου, το πήρα απόφαση: κομμένες οι ρακές._
Μόνο καμιά μπιρίτσα.

 

http://www.goodnet.gr/index.php?id=33,65304,0,0,1,0

 

Advertisements

4 Σχόλια (+add yours?)

  1. Xρήστος
    Φεβ. 10, 2012 @ 13:44:12

    χαχαχαααχχχαχαχα!!!!!!!!
    έχει και τις μπηχτές του, έχει και την πλάκα του, έχει και τις ρακές του…
    καλό, πολύ καλό.
    οι φιλόλογοι βέβαια θα σου βρουν πολλά οξύμωρα σχήματα και γλώσσα περίεργη, αλλά το ότι είναι φιλόλογοι, δεν σημαίνει πως ξέρουν και από λογοΤεχνία…

    Άντε, εβίβες!

  2. chrismos
    Φεβ. 10, 2012 @ 17:55:29

    Βρε Alessandros …Castaneda!
    Τι πήρες πάλι; Τί ρίξατε μέσα στο καζάνι;
    Η εισαγωγή ίνες καίτοι λογοτεχνία!
    Αν με 666 ρακές έχεις τέτοια οράματα, τότε μήνα φύσης σπηλιάρι για σπηλιάρι απάτητο (δηλ. που να μηνα πω πατήσεις, χαχααααχαα…)
    Το βιβλίο «ΟνειροΚρήτης» θα ‘ναι πωλεί χρήσιμο σ’ ένα λαό που γουστάρει είδη έτερα το MEGA ύπνο…

    (Chef, χαριστο για την αφη. Έρως ή…)

  3. theogrocer
    Φεβ. 11, 2012 @ 00:59:58

    Από κάλυψη!
    Το βιβλίο να το δώσεις στον άδω Ν΄ τώρα που θα επιστρέψει στις τηλε-πωλήσεις. Θα γίνει ανάρπαστο!

  4. σολωμάντζαρος
    Φεβ. 11, 2012 @ 23:22:27

    #Χρήστος
    Το κακό (ή καλό) είναι πως υπάρχουν και φιλόλογοι που ξέρουν απο λογοΤεχνία. Ελπίζω αυτοί να μην το διαβάσουν!

    #chrismos
    Η αφιέρωση νομίζω επιβαλλόταν.
    Οι εισαγωγες μου έρχονται πρώτα και συνήθως είναι πολύ καλές.
    Μετά όσο γράφω ή ξεμεθάω και μπορεί και να χαλάσει το πράγμα ή πίνω κι άλλο και δεν ξέρω τι γράφω.
    Όσο για τον Άη Λαό (που έλεγε κι ο Μιχάλης Μπουρμπούλης) …. MEGAλη η χάρη του.

    #theogrocer
    Θα του το δώσω αλλά δεν είμαι ακόμα έτοιμος
    Περιμένω να βρω το δηλητήριο που είχε εκείνος ο καλόγερος στο ‘Ονομα του Ρόδου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: