οι δυο γριές και τα κόμματα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια φτωχή γριά μέσα στο καταχείμωνο.Το καταχείμωνο ήταν γύρω κι από άλλες γριές, αλλά της συγκεκριμένης της τέλειωσαν τα ξύλα και ξεπάγιαζε. Πήρε ένα μικρό τσεκούρι και τράβηξε κατά το δάσος, να κόψει κάνα ξυλαράκι να ζεσταθεί η καημένη. Βραδιάστηκε όμως στο δάσος. Πιάνει κρύο, αρχίζει και βροχή και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο να γυρίσει σπίτι της. Όπως βάδιζε απελπισμένη, βλέπει ένα φως από μια καλύβα. Με τις λιγοστές της δυνάμεις και τουρτουρίζοντας, τραβάει κατά κει και χτυπάει την πόρτα.

– Ποιόοος; ακούει μια αγριοφωνάρα από μέσα.
Η γριά κατατρόμαξε και σκέφτηκε να φύγει. Αλλά που να πάει, χαμένη μέσα στη βροχερή και παγωμένη νύχτα; Δειλά, δειλά, έσπρωξε την πόρτα κι έκανε ένα βήμα.
– Έλα μέσα γιαγιούλα. Μη φοβάσαι. Έλα να ζεσταθείς.
Στη μέση της καλύβας ήταν αναμμένη μια μεγάλη φωτιά. Γύρω από τη φωτιά κάθονταν εννιά παλικάρια, εκ των οποίων το ένα ήταν γυναίκα. Άλλα ήταν θηλυκά , αλλά με αρσενικό κεφάλι, άλλα ουδέτερα , αλλά με ανδρική ή γυναικεία μορφή, κάποια είχαν πολλά κεφάλια και λίγο ή πολύ, ήταν όλοι τους … περίπου τέρατα. Η γριά τους αναγνώρισε αμέσως και σφίχτηκε η καρδιά της.

Ένας απ’ αυτούς σηκώθηκε κι αφού με μια σκούπα σάρωσε λίγο το πάτωμα, της έβαλε μια καρέκλα να κάτσει δίπλα στη φωτιά. Ήταν το Πασόκ.
– Έλα γιαγιούλα να κάτσεις, να ζεσταθείς και να στεγνώσεις. Με γνωρίζεις εμένα;
– Πως δε σε γνωρίζω; Σ’ έχω ψηφίσει και κάνα δυο φορές , που κακό χρόνο να’ χα.
– Και τι γνώμη έχεις για μένα;
– Τον κακό σου τον καιρό σκερβελέ! Τι γνώμη θέλεις να’ χω; Απάτη και κονόμα και σοσιαλιστικά φούμαρα. Ξεφτιλίσατε την τιμιότητα και κάνατε τη λαμογιά αξία. Πήρατε ένα βρομισμένο πηγάδι κι αντί να το καθαρίσετε το κάνατε βόθρο. Προδότης είσαι.
Το Πασόκ δεν είπε τίποτα και ξανάκατσε στη θέση του. Το λόγο πήρε το παλικάρι που το λέγαν Νέα Δημοκρατία.
– Καλός είσαι και του λόγου σου! είπε η γριά. Παραμύθια και παραμύθιασμα. Το έθνος, η πατρίδα και τρίχες κατσαρές. Η τσέπη σας να φαρδαίνει κι ο κώλος σας να χοντραίνει. Πλακάκια κι εσείς με τους τραπεζίτες και τη χοντρή κονόμα. Μας διαλύσατε και μας ρημάξατε. Σκοτάδι και παπαδαριό και σκυμμένο κεφάλι. Ουστ!
Το λόγο πήρε το επόμενο παλικάρι που ήταν μια σταφιδιασμένη κυρία με κόκκινο φόρεμα.
– Εγώ γιαγιά δεν είμαι σαν τους άλλους. Τι γνώμη έχεις για μένα;
– Τον κακό σου τον καιρό κι εσύ! Ναι δεν είσαι σαν τους άλλους. Είσαι χειρότερη. Μπορούσες να φέρεις άλλον αέρα στην πατρίδα μας αλλά δεν το κανες. Κι όσοι σε πίστεψαν πιστά, τους εξαπάτησες. Από τη μια τους έβαζες να χύνουν το αίμα τους για το κόμμα και για τη μεγάλη ιδέα, κι από την άλλη τους διέγραφες. Σαν το αφορισμό που κάναν παλιά οι δεσποτάδες. Στο τέλος, όσους σε πίστεψαν , τους έκανες να μην έχουν που να σταθούν. Τώρα έχεις κι εσύ το μαγαζάκι σου και κοιτάς να μη χάσεις την πελατεία σου. Σιγά που χέστηκες για τα προβλήματα του λαού!

Μετά σηκώθηκε το τέταρτο παλικάρι. Αυτός ήταν κανονικό παλικάρι. ΛΑΟΣ. Αυτό που λέμε, αρσενικό με τα όλα του.
– Για μένα γιαγιούλα τι έχεις να πεις;
– Τι να πω για σένα ρε φασίστα; Τίποτα δεν έχω να πω. Φτού σου!
Το λόγο πήρε ο Σύριζα. Επίσης παλικάρι κανονικό αλλά με πολλά κεφάλια.
– Καλό κουμάσι είσαι κι εσύ. Ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα. Δεν κατέχετε που παν τα τέσσερα.
Κατόπιν, τη γνώμη της γριάς ζήτησε η Δημοκρατική Αριστερά.
– Τι να σου πω ρε γέρο ξούρα; Σα δε ντρέπεσαι σ’ αυτή την ηλικία να γυρεύεις αρχηγιλίκια και μασκαραλίκια! Διάβασε καναν Αστερίξ και μην αγχώνεσαι με τα προβλήματα του λαού.
Μετά σηκώθηκε η Δημοκρατική Συμμαχία.
– Χα! Καλώς την α την πέρδικα! Ουστ μωρή ξεφτιλισμένη που θα μας το παίξεις και σωτήρας!
Η γριά είχε στεγνώσει, είχε ζεσταθεί και δεν καταλάβαινε Χριστό. Επόμενο παλικάρι το Πανελλήνιο Άρμα Πολιτών.
– Τι να σου πω παιδάκι μου. Φαινόσουν για πιο έξυπνος. Πρώτα έμπλεξες με τα σκατά. Μετά διαφώνησες μαζί τους και τελικά παρέμεινες στο βόθρο.
Τελευταίος σηκώθηκε ο Ελεύθεροι Πολίτες.
– Για να δούμε ρε γιαγιά, για μένα έχεις καμιά καλή κουβέντα;
– Όχι! Γιατί να έχω; Ξεφτίλας είσαι κι εσύ.
– Καλά γιαγιά. Άντε να κοιμηθούμε τώρα κι αύριο μέρα είναι.

Το πρωί που ξύπνησε η γριά, την αποχαιρέτησαν τα παλικάρια και της έδωσαν κι ένα σακούλι.
– Άντε γιαγιά και καλό δρόμο. Πάρε κι αυτό το σακούλι , όμως πρόσεξε! Να το ανοίξεις μόνο σαν θα φτάσεις στο σπίτι σου.
Πήρε η γριά το σακούλι, τους χαιρέτησε κι έφυγε. Σαν έφτασε στο σπίτι της το άνοιξε και τι να δει; Αγγουράκια τουρσί! Δοκίμασε ένα. Φοβερό! Λίγο ξινό αλλά καταπληκτικό. Εξάλλου της αρέσαν πολύ τα ξινά της γριάς. Έφαγε κι άλλο, ξετρελάθηκε. Τα έβαλε σε βάζα και περνούσε ζωή χαρισάμενη. Το μάθανε στη γειτονιά , ζηλέψαν ούλες. Μα μια γριά, μπαμπόγρια, ζήλεψε παραπάνω.
– Και που τα βρήκες μωρή τ’ αγγουράκια;
– Το και το… Στο δάσος που πήγα να μαζέψω ξύλα, ετσέ κι ετσέ.

Φεύγει την άλλη μέρα η γριά, πάει κι αυτή στο δάσος, τάχαμου να μαζέψει ξύλα. Εξ’ επίτηδες νυχτώνεται και χάνει το δρόμο. Βλέπει το φως στην καλύβα και τραβά κατά κει. Χτυπάει την πόρτα.
– Ποιόοος;
– Εγώ.
Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει. Γύρω από μια μεγάλη φωτιά κάθονταν τα ίδια εννιά παλικάρια, που το ένα ήταν γυναίκα και που όλοι, λίγο πολύ ήταν τέρατα. Η γριά όμως δεν φοβήθηκε καθόλου.
Σηκώθηκε το Πασόκ με μια σκούπα στο χέρι κι αφού καθάρισε λίγο το πάτωμα, της έβαλε μια καρέκλα να κάτσει δίπλα στη φωτιά.
– Κάτσε γιαγιά να ζεσταθείς, κι άμα θες, πες μας και τη γνώμη σου για το Πασόκ.
– Α παιδί μου, πολύ καλή η γνώμη μου. Κόμμα σοσιαληστρικό, ωραίο! Έχει κάνει του κόσμου τα καλά για το λαό. Κι αν τώρα μας έτυχε μια ψιλοαναποδιά, το Πασόκ έκανε ότι μπορούσε κι ακόμα κάνει. Ευτυχώς που ο Θεός της Ελλάδας μας έπεψε ένα τέτοιο κόμμα!
– Και για μένα γιαγιά ποια είναι η γνώμη σου;
– Πολύ καλή παιδί μου και για σένα. Τι θα ήταν η Ελλάδα δίχως τη Νέα Δημοκρατία και τον εθνάρχη μας; Όσα καλά μπορούσατε μας τα κάνατε κι εσείς. Ο θεός να σας φυλάει.
– Για μένα γιαγιά έχεις κανέναν καλό λόγο; ρώτησε το παλικάρι με το κόκκινο φόρεμα.
– Φυσικά κοπέλα μου. Κι εγώ ΚΚΕ ψηφίζω. Δίχως την επανάσταση τι είναι η ζωή τ’ ανθρώπου; Ένα τίποτα είναι.
Μετά σηκώθηκε το ΛΑΟΣ.
– Καλοί είστε και οι φασίστες αγόρι μου. Γιατί δίχως τους λύκους τι θα’ ταν τα πρόβατα; Ένα τίποτα θα’ ταν.
Με τη σειρά του, το παλικάρι ο Σύριζα, σηκώθηκε κι αυτό και χαιρέτησε τη γριά.
– Την ευχή μου να’ χεις κι εσύ παιδί μου. Ο θεός να σας δίνει δύναμη κι υπομονή κι ομόνοια τόσοι που είστε. Και για το λαό μη χολοσκάτε. Θα βρει αυτός το δρόμο του. Εσείς να ‘στε καλά.
Το λόγο πήρε η Δημοκρατική Αριστερά
– Μπράβο και σε σας! Καλά κάνετε και τα λέτε. Να ξέρουμε όλες τις απόψεις κι ας είναι όλες λάθος. Την ευχή μου να’ χεις κι εσύ.
– Και για μένα τι γνώμη έχεις γιαγιά; ρώτησε η Δημοκρατική Συμμαχία
– Πολύ καλή γνώμη έχω κοκόνα μου! Θαυμάζω και τον λεβέντη τον πατέρα σου. Μπράβο κορίτσι μου, μπράβο!
– Και για μένα γιαγιά τι λες; ρώτησε το Δημοκρατικό Άρμα Πολιτών.
– Τι να πω λεβέντη μου; Η ώρα η καλή. Χρειάζεστε κι εσείς. Όλοι χρειάζονται.
Τελευταίος ρώτησε ο Ελεύθεροι Πολίτες.
– Η ελευθερία είναι σπουδαίο πράγμα γιόκα μου. Όπως σπουδαίο είναι να είσαι και πολίτης.
– Καλά γιαγιά. Άντε να κοιμηθούμε τώρα κι αύριο μέρα είναι.

Την άλλη μέρα που την αποχαιρετούσαν της έδωσαν κι ένα σακούλι.
– Άντε γιαγιά και καλό δρόμο. Πάρε κι αυτό το σακούλι, όμως πρόσεξε! Να το ανοίξεις μόνο σαν θα φτάσεις στο σπίτι σου.
Πήρε η γριά το σακούλι κι έφυγε χαρούμενη, νομίζοντας πως έχει αγγουράκια τουρσί.
Όμως αυτό ήταν γεμάτο φαρμακερά φίδια. Και σαν έφτασε στο σπίτι της και τ’ άνοιξε, ξεχύθηκαν πάνω της και την κατάφαγαν.

 

http://www.goodnet.gr/index.php?id=33,64322,0,0,1,0

 

Advertisements

7 Σχόλια (+add yours?)

  1. Xρήστος
    Ιαν. 19, 2012 @ 17:19:58

    Γλυκάθηκε η γριά με τα αγγούρια και ήθελε και σύκα…
    Καλά να πάθει. Αλλά δεν θα πάθει μόνο αυτή, αλλά και όλοι εμείς.
    Εγώ λέω να φύγουμε από το ελλάντα όσο είναι καιρός.
    Θα μου πεις, για πού;
    Καλό ερώτημα…

  2. σολωμάντζαρος
    Ιαν. 19, 2012 @ 20:45:44

    Φίλε Χρήστο δεν πάμε πουθενά!
    Εδώ θα μείνουμε να φάμε τ΄αγγούρια (για αρχή)

    Τουλάχιστον δεν γλείφουμε την εξουσία ,να μη μας φάει το μαύρο φίδι.

    Δεν είμαστε τώρα για ξενητιές, γιατι θα πρέπει να ξανακούσουμε και όλα τα σχετικά τραγούδια του Στελάρα και… Άσε καλύτερα.

    Υ.Γ. Τι γίνεται ΚΑΙ με το δικό σου μπλογκ; Δεν μπορώ ν΄αφήσω σχόλιο

  3. theogrocer
    Ιαν. 19, 2012 @ 23:22:35

    Πολύ εύστοχο, προσεγμένο, ειδικά σε ορισμένα σημεία είναι για γέλια (και για κλάματα)!
    Μπράβο Solo! Εκ βαθέων μπράβο!

  4. σολωμάντζαρος
    Ιαν. 20, 2012 @ 02:36:03

    #theogrocer
    Mπραβοδέχομαι το μπράβο!
    Ναι , σε κάποια σημεια το κείμενο είναι για γέλια.
    Αυτά τα κείμενα απο δεικνύουν πως κάποιος που είναι για κλάματα μπορεί να γράφει κείμενα που είναι για γέλια

  5. theogrocer
    Ιαν. 20, 2012 @ 12:29:35

    Χαχαχα! Με Γάλλοι υπόθεση και σπουδαίο Κρήτη-Ρίο για πολλά ο αυτοσαρκασμός…
    Να ‘σαι καλάθι μ’ όσο φέσι γραφέα.

  6. Xρήστος
    Ιαν. 20, 2012 @ 13:38:26

    Δεν ξέρω γιατί δεν μπορείς να αφήσεις σχόλιο. Μου το έχουν πει κι άλλοι που διαχειρίζονται wordpress. Κάποιο κόλλημα θα υπάρχει, τεχνικό.
    Μια λύση – αν θες ντε και καλά να αφήσεις κάποιο σχόλιο – να κάνεις έξοδο από τον λογαριασμό σου και να αφήσεις σχόλιο ως «ανώνυμος» που θα υπογράφεις στο τέλος – για να ξέρω ποιος μιλεί.

  7. σολωμάντζαρος
    Ιαν. 22, 2012 @ 18:00:25

    #Χρήστος
    Δεν είναι τέτοιου τύπου το πρόβλημα. Με το που πατάς πάνω στα σχόλια , έστω και για να τα δεις μόνο, μπλοκάρει η σελίδα. Και δεν γυρίζει ούτε πίσω. Σε 3-4 μπλογκ το παθαίνω τελευταία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: