οι δυο γριές και τα κόμματα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια φτωχή γριά μέσα στο καταχείμωνο.Το καταχείμωνο ήταν γύρω κι από άλλες γριές, αλλά της συγκεκριμένης της τέλειωσαν τα ξύλα και ξεπάγιαζε. Πήρε ένα μικρό τσεκούρι και τράβηξε κατά το δάσος, να κόψει κάνα ξυλαράκι να ζεσταθεί η καημένη. Βραδιάστηκε όμως στο δάσος. Πιάνει κρύο, αρχίζει και βροχή και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο να γυρίσει σπίτι της. Όπως βάδιζε απελπισμένη, βλέπει ένα φως από μια καλύβα. Με τις λιγοστές της δυνάμεις και τουρτουρίζοντας, τραβάει κατά κει και χτυπάει την πόρτα.

– Ποιόοος; ακούει μια αγριοφωνάρα από μέσα.
Η γριά κατατρόμαξε και σκέφτηκε να φύγει. Αλλά που να πάει, χαμένη μέσα στη βροχερή και παγωμένη νύχτα; Δειλά, δειλά, έσπρωξε την πόρτα κι έκανε ένα βήμα.
– Έλα μέσα γιαγιούλα. Μη φοβάσαι. Έλα να ζεσταθείς.
Στη μέση της καλύβας ήταν αναμμένη μια μεγάλη φωτιά. Γύρω από τη φωτιά κάθονταν εννιά παλικάρια, εκ των οποίων το ένα ήταν γυναίκα. Άλλα ήταν θηλυκά , αλλά με αρσενικό κεφάλι, άλλα ουδέτερα , αλλά με ανδρική ή γυναικεία μορφή, κάποια είχαν πολλά κεφάλια και λίγο ή πολύ, ήταν όλοι τους … περίπου τέρατα. Η γριά τους αναγνώρισε αμέσως και σφίχτηκε η καρδιά της. Περισσότερα