Εμβατήριο ποιμενικό και πένθιμο (για τη χαμένη ανθυποπροβατίνα του καπετάν Λούκαρου)

Α
Του σύμπαντος όλα καλώς, ήτο, μα εβαριώτα
Κ΄ είπε από μέσα του ο θεός «Δεν φτιάχνω βοσκοτόπια;»
Κι έφτιαξε ορέων πλάνητα, γαλαζοπρασινίζων,
Με θάλασσες, ψηλά βουνά και κάμπους κάργα χόρτων
Μα ήτο τα χόρτα αυτά κουτά, θεό δεν εξυμνούσαν
Άσε δε που μεγάλωσαν , την γη να πα να πνίξουν.
Κ’ είπε ο θιός « τα χόρτ’ αυτά, πρέπει να βοσκηθούνε»
Κι έφτιαξε εις τον πλάνητα βόδια μα και προβάτους
Που έτρωγαν το κουτόχορτον, πατερημά αφοδεύαν.
Β
Κι είχε η γης χόρτο πολύ, χοντρό, ψιλό κι απ’ όλα
Αλ’ όμως κάποια πρόβατα, μπορεί ίσως και βόδια Περισσότερα