το ξόρκι

Δρόμος κεντρικός. Cafe το «Γού.Ρι» – Γεώργιος Ρωμαίος. Φραπέδες, καπουτσίνοι, τάβλι, άραγμα. Ο Πίκος ανάσκελα σε τρεις καρέκλες είχε πέσει σε βαθιά περισυλλογή μελετώντας την εφημερίδα «ο Γαύρος». Σ’ αυτή την κατάσταση τον πέτυχε ο Σωτήρης, που έτυχε να περνά απ’ έξω.

«Ρε Πίκο! Τι γίνεσαι ρε;»
«Που’ σαι ρε παλιόφιλε; Που χάθηκες;»
«Εγώ χάθηκα ή εσύ χάθηκες;»
Και μιας και οι χαμένοι ξαναβρέθηκαν στο Γού.Ρι, ο Σωτήρης παράγγειλε καφέ κι έκατσε. Κι αφού είπανε τα προκαταρκτικά , κουβέντα στην κουβέντα ο Σωτήρης , που κόβει και το μάτι του, αμολάει την ερώτηση:
«Έχεις τίποτα ρε Πίκο; Σα στεναχωρημένος μου φαίνεσαι»
«Άααχ!» ξεφύσηξε αυτός με πολύ ζόρικο αναστεναγμό.
«Με απέλυσαν απ’ τη δουλειά. Με σχόλασε κι η Κάθριν.»
«Όφου διπλός καημός!»
«Ο καριόλης. Έξι χρόνια στο κωλοσυνεργείο του! Την πιο πολύ δουλειά του’ βγαζα. Και τώρα, λόγω κρίσης, λέει και που έχει πέσει κι η δουλειά, λέει, να παραιτηθούμε οι δύο από τους έξι και οι άλλοι να δουλεύουν δωδεκάωρο με τα ίδια λεφτά, λέει.»
«Μα τι μου λέεις! Και δεν τον φασκελώσατε;»
«Όχι, δεν τον φασκελώσαμε, γιατί δεν θέλαμε να βρεθούμε άνεργοι.»
«Μα ρε Πίκο…»
«Ναι, ναι, εντάξει. Μαλακία μας. Αλλά και τι να κάνουμε; Που θα βρίσκαμε μετά δουλειά; Να, εγώ κάθομαι τώρα δυο μήνες.»
«Ναι ρε πουλάκι μου αλλά…»
«Αλλά, ξεαλλά, κανείς μας δεν ήθελε να φύγει. Μας πρότεινε τότε να τραβήξουμε κλήρο. Ο Μήτσος αντιπρότεινε να ρίξουμε ζάρια κι εγώ ο έξυπνος είπα να το παίξουμε στο τάβλι. Και η πρότασή μου έγινε δεκτή ομόφωνα»
«Κι έχασες ρε Πίκο! Εσύ ο μέγας ταβλαδόρος;»
«Έχασα Σωτήρη μου. Τέτοιο κωλόζαρο δεν μου’ χε κάτσει ποτέ. Το πάλεψα πολύ έξυπνα βέβαια, αλλά του Μήτσου του’ χε ανοίξει η κωλάρα. Διότι το τάβλι είναι σαν τη ζωή. Δε φτάνει να την παίζεις έξυπνα. Πρέπει να σε πηγαίνει και λίγο η ρημάδα η τύχη. Εμένα μου ‘κατσε εξάρες την ώρα που ήθελα ασσόδυα. Και να’ μαι τώρα άνεργος. Και στο καπάκι με σουτάρει κι η Κάθριν, καθότι δεν είναι του στυλ της να κυκλοφορεί με γκόμενο άνεργο και ρέστο κι ας είναι οι επιδόσεις μου στο κρεβάτι επικών διαστάσεων.»
«Πω, πω ρε φίλε! Έχεις πάθει χοντρή ζημιά!»
«Έχω. Ζημιά που δε βλέπω να φτιάχνεται. Είμαι σε μαύρο σκοτάδι με δυο κατοστάρικα επ’ αόριστον. Φως πουθενά. Δεν ξέρω τι να κάνω. Μαύρη απελπισία.»
«Σπαράζει η καρδιά μου ρε Πίκο»
«Εμένα να δεις»
«Πολύ θα ήθελα να σε βοηθήσω. Κι έχω μια λύση δηλαδή, αλλά δεν ξέρω πως θα το πάρεις»
«Σώσε με Σωτήρη μου και θα το πάρω»
«Ε… να, έχεις τριάντα ευρώ;»
«Σου είπα, διακόσια έχω όλα κι όλα. Πως θα σωθώ όμως με τα τριάντα;»
«Θα πάμε κάπου να πιούμε έναν καφέ»
«Δεν σε πιάνω.»
«Δεν θα’ ναι ότι κι ότι ο καφές, αλλά καφές στης μαντάμ Redass»
«Και τι έχει ο καφές στης μαντάμ ρέντας και κάνει τριάντα ευρώ;»
«Έχει το μέλλον σου.»
«Ρε ξεφτιλισμένε, σε καφετζού θέλεις να με πας;»
«Είδες τώρα που το παίρνεις στραβά; Κατ’ αρχήν δεν είναι καφετζού. Είναι καφεϊνομάντις, η καλύτερη. Και μιλάμε για καφέ στη χόβολη πολύ μερακλίδικο. Κι έπειτα είναι μέντιουμ, παρα ψιχουλόγος και πολύ δυνατή μοιρολυσοδέτρα.»
«Ε όχι ρε Σωτήρη να πέσουμε και σε τέτοια ξεφτίλα! Πρώτον, αυτά είναι για τις γκόμενες. Δεν είν’ αντρίκεια πράγματα αυτά.»
«Ω! Μην το λες. Οι πιο πολλοί πελάτες της μαντάμ Redass είναι άντρες.»
«Και δεύτερον, εγώ δεν θέλω κάποιον να μου πει το μέλλον μου. Θέλω κάποιον να μου δώσεις λύσεις για το μέλλον μου.»
«Μα αυτό κάνει η μαντάμ. Αφού σου λέω είναι πολύ δυνατή μοιρολυσοδέτρα. Δεν μ’ ακούς ρε Πίκο μου. Άσε με να σου εξηγήσω.»
Και του εξήγησε. Τρεις φραπέδες μετά τον είχε ψήσει. Και με δυο μπίρες για φινάλε ο Πίκος δεν κρατιότανε να διαβεί το κατώφλι της μαντάμ Redass.
Το δέντρο της απελπισίας συχνά πυκνά ανθεί και μπουρμπουλήθρες.

Την άλλη μέρα κιόλας, ο Πίκος με τον Σωτήρη, έπιναν τον καφέ τους σε πορσελάνινα φλιτζανάκια στο μικρό σαλονάκι της μαντάμ.
«Μεγάλη στεναχώρια έχεις πουλάκι μου», του είπε η οικοδέσποινα καθώς περιεργαζόταν το φλιτζάνι του.
«Αυτό μαντάμ Ρέντας το βλέπουν όλοι και μάλιστα τζάμπα»
Η μαντάμ έκανε πως δεν άκουσε.
«Βλέπω κι ένα σπασμένο στεφάνι»
«Η Κάθριν θα’ ναι. Πες της χαιρετίσματα»
«Πω! Πω!»
«Τι;»
«Πολλές σκοτούρες πουλάκι μου»
«Ε το’ παμε αυτό»
«Άρρωστος πατέρας… Εσύ φυλακή. Φαίνεται ολοκάθαρα»
«Που;»
«Να, να εδώ. Το βλέπεις; Ολοφάνερο»
«Αμάν! Αμάν!»
«Μετά σκοτάδι. Δεν μπορώ να δω. Πολύ κατακάθι. Δυο δάχτυλα»
«Πω, πω! Και τι κάνουμε τώρα;»
«Τώρα μόνο προσευχές πουλάκι μου»
«Και θα γίνει τίποτα με τις προσευχές»
«Όχι. Εκτός κι αν βοηθήσει η μαντάμ Redass»
«Ε βοήθα λοιπόν!»
«Με άλλα τριάντα ευρώ σου ρίχνω και την τράπουλα»
Ζορίστηκε ο Πίκος όταν άκουσε για άλλα τριάντα ευρώ, αλλά είχε μπει για καλά στο λούκι.
«Πολλά μπαστούνια, λίγα σπαθιά. Να και μια κουπάτη. Πολύ μελαχρινή»
«Καλά, οι κουπάτες δεν είναι καστανές;»
«Αυτή η κουπάτη θα σε στείλει φυλακή»
«Ω τη σκύλα! Διώχτη!»
«Έρχεται συνέχεια. Να’ τη πάλι. Να και η φυλακή»
Ο Πίκος είχε ιδρώσει. Με άλλα τριάντα ευρώ η μαντάμ του έριξε και την τράπουλα Ταρώ.
«Πω, πω, πω, πωωωω! Πρώτος, πρώτος σου βγήκε ο σκελετός»
Ο Πίκος ήταν ένα ράκος. Ζήτησε καμιά ρακή, αλλά η μαντάμ είχε μόνο λικεράκι. Προσφορά του καταστήματος.
«Και τώρα; Τι κάνουμε τώρα; Γαμώ την κυβέρνηση κι ανάθεμα που ψήφιζα Πασόκ!»
«Τώρα πουλάκι μου μόνο το φυλαχτό με το ξόρκι του Μέγα Soutzouboutsou μπορεί να σε γλιτώσει»
«Και τι’ ναι τούτος ο σουτζουμπούτσος;»
«Είναι πνεύμα πολύ ισχυρό. Δαιμονικό βέβαια και πολύ κακό. Αν όμως το δέσουμε με το ξόρκι που μόνο εγώ γνωρίζω, θα κάνει καλό σε σένα και κακό σε όλους τους εχθρούς σου.»
«Και ποιοι είναι οι εχθροί μου;»
«Εσύ πουλάκι μου! Δηλαδή θέλω να πω εσύ τους ξέρεις καλύτερα. Αλλά ακόμα κι αυτούς που δεν ξέρεις, τους κρυφούς εχθρούς, ο μέγας δαίμων Soutzouboutsou τους βρίσκει και τους εξολοθρεύει»
«Ρε τι έπαθα ο κακομοίρης! Και πόσο κοστίζει αυτός ο σουτζουμπούτσος;»
«Κανονικά πεντακόσια ευρώ. Είναι πολύ δυνατό πνεύμα. Για σένα τώρα, μιας και σ’ έφερε ο κύριος Σωτήρης και μιας και είσαι άνεργος μόνο διακόσια. Πολύ καλή τιμή. Να σκεφτείς πως θέλω τρεις μέρες να φτιάξω το φυλαχτό και να δέσω το ξόρκι. Μετά όμως η ζωή σου θ’ αλλάξει»

Τέσσερις, πέντε μήνες μετά, δηλαδή προχτές, ο μπάρμπα Χαράλαμπος ο βλογιοκομμένος, οικογενειακός φίλος από παλιά, πέτυχε τον Πίκο στο δρόμο.
«Ρε Πίκο! Τι κάνει ρε ο μπήχτης ο πατέρας σου;»
«Άσε μπάρμπα Χαράλαμπε, είναι πολύ άρρωστος»
«Τι έχει δηλαδής;»
«Μεγάλη αρρώστια με το Πασόκ. Ανίατη. Και τώρα, για να το εκδικηθεί , λέει, που τον πρόδωσε, θα ψηφίσει Νέα Δημοκρατία»
Ο μπάρμπα Χαράλαμπος ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια που γρήγορα έγιναν δυνατός βήχας. Κόντεψε να σκάσει από τον βήχα.
«Ρε τον κερατά. Μεγάλη αρρώστια. Κι εσύ τι γίνεσαι ρε Πίκο; Βρήκες καμιά δουλειά ή κοπροσκυλιάζεις ακόμα;»
«Βρήκα μπάρμπα, βρήκα»
«Καλή δουλειά;»
«Δεσμοφύλακας»
«Δηλαδή ρε μπαγάσα είσαι στη φυλακή;»
«Εεε…»

 

http://www.goodnet.gr/index.php?id=33,62877,0,0,1,0

 

Advertisements

4 Σχόλια (+add yours?)

  1. Υπομονετικός
    Δεκ. 15, 2011 @ 14:49:48

    Έχουμε κα’να τηλέφωνο από την Κάθριν;
    Μου το ζητούσε από καιρό κάποιος που γουστάρει το «ξένο». Τώρα που χώρισε το θέλω για μένα.

  2. σολωμάντζαρος
    Δεκ. 15, 2011 @ 15:14:58

    Έχουμε τηλέφωνο , αλλά μάλλον αυτός που γουστάρει το «ξένο» θα το χρειαστεί καθ΄ότι, απ΄ότι έμαθα, τα έφτιαξε με το πρώην αφεντικό του Πίκου.
    NA και το τηλέφωνο της Κάθριν

  3. theogrocer
    Δεκ. 15, 2011 @ 20:53:58

    Άρα πήγες κι εσύ στο σπίτι της!
    Draw piss! Ου!

  4. σολωμάντζαρος
    Δεκ. 15, 2011 @ 22:39:32

    Όχι εγώ δεν πήγα (είχε μεγάλη ουρά απ’ έξω και δεν πρόλαβα)
    Το τηλέφωνό της μου το έδωσε ο Mέγας Soutzouboutsou

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: