Ιωάννης Γιάννης Ντούβαλος

   Στο Δημοτικό είχα έναν συμμαθητή, τον Γιάννη το Ντούβαλο , τον οποίο,  όπως ήταν φυσικό, όλοι Γιάννη τον φωνάζαμε. Ο δάσκαλος όμως, όταν άνοιγε τον κατάλογο, τον φώναζε Ιωάννη. Είναι εύκολο να δημιουργηθεί σύγχυση στο μυαλό  των ανθρώπων, πόσω μάλλον στο μυαλό των παιδιών. Έτσι κι ο συμμαθητής μου, όταν έγραφε τ’ όνομά του στα βιβλία ή στις ετικέτες των τετραδίων, υπέγραφε ως Ιωάννης Γιάννης Ντούβαλος.

Από πολύ μικρός φαινόταν πως είχε ποιητική φλέβα και το’ δειχνε σε κάθε ευκαιρία. Όπως τότε που μας έβαλαν έκθεση με θέμα την Άνοιξη:
«Μπήκε η Άνοιξη. Ήρθαν τα χελιδόνια. Ω τι χαρά μεγάλη! Το είπα στην αδερφή μου και χέστηκε από τη χαρά της.»
Ιωάννης Γιάννης Ντούβαλος
Όποτε είχαμε κανένα ποίημα στο Αναγνωστικό, η προσήλωση του ήταν τέτοια που μπορούσε να κοιμηθεί όρθιος με ανοιχτά τα μάτια!
Μια φορά ρώτησε το δάσκαλο τι είναι η ποίηση.
«Και τι σε νοιάζει εσένα ρε Ντούβαλε; Μήπως πρόκειται να γίνεις ποιητής;»
Τα λόγια αυτά τον πλήγωσαν πολύ, αλλά δεν το’ βαλε κάτω. Ρώτησε και τη μάνα του.
«Ρε μάνα, τι είναι η ποίηση;»
«Η ποίηση, παιδάκι μου, είναι όταν, αντί να μιλάς κανονικά σαν όλους τους ανθρώπους, μπερδεύεις τις λέξεις και τις λες ανακατωμένες».
Αυτό μάλιστα! Ήταν μια απάντηση. Η μάνα του, αν και αγράμματη, είχε αυτό που λέμε «λαϊκή σοφία»
   Το ίδιο βράδυ, ο Ιωάννης Γιάννης έκατσε και μπέρδεψε μερικές λέξεις και την άλλη μέρα, στο διάλειμμα, μας τράβηξε πεντ’ έξι φίλους σε μια γωνιά και μας διάβασε το πρώτο του ποίημα.
 
Κατσίκα μια κοιλοπονά
Κατσίκα δυο χιονίζει
Το κρύο από ψοφήσανε
Τα κατσικάκια όλα
 
Η μου έκλαιγε αδερφή
Η μου φώναζε μάνα
Ο μου πατέρας έβριζε
Της γίνονταν πουτάνας
 
«Επιτρέπονται οι κακές λέξεις στα ποιήματα;» τον ρώτησε ο Θωμάς
«Δεν ξέρω. Αλλά και ποιόν να ρωτήσω;»
 
Σε λίγο καιρό άρχισε να γράφει και με ρίμα.
 
Άμα η πρόκα σου στραβώσει
Δεν πρόκειται ποτέ να ισιώσει.
 
   Τα χρόνια περνούσαν και το ταλέντο του Γιάννη γινόταν όλο και πιο έκδηλο. Και συνεχώς έψαχνε να μάθει για τους ποιητές και τι είναι η ποίηση. Έλαχε τώρα να έχει μια νονά στην Αθήνα, πολύ της καλής κοινωνίας αυτή . Κι έλαχε πάλι, ετούτη η νονά  να ξέρει τον Ρίτσο. Κι έτσι, στο Γυμνάσιο πλέον, ένα απόγευμα Σαββάτου, ο Ιωάννης Γιάννης Ντούβαλος βρέθηκε φάτσα κάρτα με τον Ρίτσο. Δεν κώλωσε καθόλου και του μίλησε στα ίσα.
– Δάσκαλε, τον ρώτησε, τι είναι οι ποιητές;
– Οι ποιητές παιδί μου είναι οι αρχιτέκτονες της ανθρώπινης ψυχής.
– Και τι είναι η ποίηση;
Η ποίηση δεν είναι παρά η εξαίσια πράξη του ανεξήγητου.
Έμεινε με ανοιχτό το στόμα σα χάνος.
– Δάσκαλε, ψέλλισε, μήπως αυτό θα μπορούσες να μου το εξηγήσεις;
Φάαπ ! Σφαλιάρα.
– Τι να σου εξηγήσω ρε άσχετε; Αφού είναι η πράξη του ανεξήγητου!
Προς στιγμήν  ο Ιωάννης Γιάννης Ντούβαλος σκέφτηκε πως καλύτερα να γίνει πυρηνικός επιστήμονας. Αλλά ήταν σκληρό καρύδι και δεν άφηνε την ποίηση. Άφησε όμως τον Ρίτσο. Ξεγράφτηκε κι από την ΚΝΕ και το’ ριξε στο ροκ και στο χέβυ μέταλ. Περίπου τότε ανακάλυψε και τους Υπερλεξιστές ποιητές και ενθουσιάστηκε.
 
Μπαρούκαλα γιαντίνι τίνι
Άρουλα, κάρουλα, καμπίνι
Μαρακαράκα άραλε καις;
Τι σοροκόσορο! Τι σούρλα!
Ψηφισηφίσημη η μούρλα.
Αχ βρε Κουάξ! Αχ βρε Κεκέξ!
 
Άκουγε Άσιμο και Πουλικάκο και στο Λύκειο δε, ξεσάλωνε.
 
Ω της Βουλής σίγμα τελικό
Και «ου» εκκωφαντικό!
Θα σου κόψω το ύψιλον
Με μια βολή
Από όλμο x-inta χιλιοστών
 
Κατάφερε μάλιστα να εκδώσει και την πρώτη του ποιητική συλλογή. «Μπαρμπούτσαλα στην Άμμο» λεγότανε και οι κριτικοί ούτε που την πήραν χαμπάρι.
Με τον ίδιο ενθουσιασμό συνέχισε και στο Πανεπιστήμιο, όπου έβγαλε και την δεύτερη ποιητική συλλογή «Ο οργασμός της νυχτοπεταλούδας» . Εδώ οι κριτικοί διχάστηκαν. Οι μισοί έλεγαν πως ήταν μια μαλακία και μισή και οι άλλοι μισοί πως ήταν μια μαλακία σκέτη. Αυτός απτόητος έβγαλε και τρίτο βιβλίο το οποίο οι κριτικοί υποδέχτηκαν ομόφωνα με πέντε φάσκελα.  Αλλά ο Ιωάννης Γιάννης Ντούβαλος δεν χαμπάριαζε από τέτοια. Συνέχιζε ακάθεκτος με ποιητικές βραδιές, συναυλίες, λογοτεχνικά δρώμενα, και πολύ γράψιμο.
   Μια στροφή παρατηρείται στο τέταρτο έτος των σπουδών του, όπου ξαφνικά άρχισε να γράφει στιχάκια για τις εθνικές επετείους.
 
Στην πατρίδα λέμε ναι
Στις θυσίες λέμε ναι
Στο ντουφέκι λέμε ναι
ΟΧΙ στον Μουσολίνι
ΟΧΙ σ’ αυτόν τον τύραννο
ΟΧΙ στον Μουσολίνι
ΟΧΙ στους Ιταλούς
 
Το πιο περίεργο απ’ όλα είναι που τέλειωσε τη σχολή του με μια διπλωματική εργασία σχετική με την ποίηση του Ρίτσου! Η εργασία αυτή εκτός που πήρε άριστα, εκδόθηκε αργότερα και έκανε μεγάλη αίσθηση.
Συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικό πάνω στον Σεφέρη. Έβγαλε άλλες δυο ποιητικές συλλογές που πήραν καλές κριτικές και σύντομα έγινε λέκτορας στο Πανεπιστήμιο. Εξέδιδε άρθρα, μελέτες και ποιήματα και κάποιοι μυστήριοι τον μετέφρασαν και σε άλλες γλώσσες. Είχε πολιτική άποψη σοσιαληθικών αναθυμιάσεων, έδινε διαλέξεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έγινε επίκουρος καθηγητής και έδινε και πολλές συνεντεύξεις. Ερωτικώς σπανίως μιλούσε, αν και μια φορά έφτασε στα άκρα με τη Φλέσσα. Κάποια χρονιά τον είχαν καλέσει και στο προεδρικό μέγαρο, στη δεξίωση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας (αλήθεια, αυτή η δημοκρατία πόσες δεξιώσεις θέλει για να αποκατασταθεί;)
Κι επειδή ο λόγος του είναι πλέον κάργα σεβαστός, συχνά του αναθέτουν να γράφει κάποιες ομιλίες πολιτικών
Αυτός είναι και ο λόγος που  μνημονεύω τον παλιό μου φίλο και συμμαθητή και τώρα σπουδαίο λογοτέχνη και βάλε, Ιωάννη Γιάννη Ντούβαλο. Διότι έμαθα πως του ανάθεσαν να γράψει το πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα του πρωθυπουργού προς τον Ελληνικό λαό.
Και θέλοντας και μη, θυμάμαι μια σχολική γιορτή, κάτι περασμένα Χριστούγεννα, τα παλιά τα χρόνια, στο Δημοτικό. Εκείνη τη χρονιά ο Ιωάννης Γιάννης Ντούβαλος, είχε πείσει – δεν ξέρω πως – έναν άλλο συμμαθητή μας, τον Λεωνίδα, να μην πει το ποίημα που του είχε βάλει ο δάσκαλος, αλλά ένα δικό του.  Έγινε χαμός. Σκηνές απερίγραπτου κάλλους. Παραμονές πρωτοχρονιάς κι ο Λεωνίδας έφαγε το ξύλο όχι μόνο εκείνης της χρονιάς, αλλά και της επόμενης και της μεθεπόμενης. Βράχος όμως, δεν μαρτύρησε ποιανού ήταν  το ποίημα που απάγγειλε. Μόνο που μετά απ’ αυτό δεν ξαναμίλησε του Ντούβαλου,  ο οποίος δεν ξέρω τι θα γράψει φέτος για τον πρωθυπουργό, αλλά τότε είχε γράψει τους εξής αλησμόνητους στίχους:
 
Χαίρε κόκορα βαρβάτε
Χαίρε  αλήτη μαύρε γάτε.
Χαίρε γάιδαρε κεφάλα
και πρωθυπουργέ κουφάλα
Κι αν είναι και Χριστούγεννα
όλη η φύσις χαίρει
εκτός εμέ τον φουκαρά
που δυστυχώ εν μέρει
γιατί εν γράμμα έλαβα
εκ του Άη Βασίλη
όφου και αχ!  όφου και άχι!
αντί για δώρο φέτος, λέει,
θα πάρω ένα ζουμπάχι!
 
 
Σημείωση: Εις Κρητικήν διάλεκτο ζουμπάχι=αρχίδι
 
 

 

 

 

http://www.goodnet.gr/index.php?id=33,62506,0,0,1,0

Advertisements

8 Σχόλια (+add yours?)

  1. Xρήστος
    Δεκ. 08, 2011 @ 17:15:19

    Ντούβαλος, βέβαια, έχω όλες του τις ποιητικές συλλογές συν τα άρθρα.
    Μεγάλος φαν να ‘ούμε! Ποιος Ρίτσος και ποιος Σεφέρης… εδώ μιλάμε για Ντούβαλο! Και μάλιστα, Ιωάννη Γιάννη!!! Το συνιστώ σε όποιον δεν το έχει διαβάσει.

    Εντάξει, κι εσύ καλά γράφεις, όχι όμως σαν τον Ντούβαλο!!!
    Εβίβες!

  2. σολωμάντζαρος
    Δεκ. 08, 2011 @ 17:26:30

    #Χρήστος
    Ε βέβαια. Μη τραλαθούμε κι όλας. Επειδή γράφουμε και καμιά μαλακία να νομίζουμε πως γίναμε και Ντούβαλοι!

  3. theogrocer
    Δεκ. 09, 2011 @ 00:51:39

    Πάντα ανάποδα βάδιζε ο Ντούβαλος! Αντί πρώτα να το ρίξει στο ροκ και στο χέβι μέταλ ώστε να τον σουτάρουν από την ΚΝΕ, αυτός πρώτα έφυγε…
    Δεν πήγαινε τουλάχιστον με καμιά γκόμενα να τον διαγράψουν για «αστικό ηδονισμό» όπως τον Γκόρκι;

  4. σολωμάντζαρος
    Δεκ. 09, 2011 @ 13:12:37

    Αστικό ηδονισμό!!!!
    Αυτό δεν το’ ξερα, ούτε το γεγονός ούτε τον όρο. Νομίζω πως αν ξεσκονίσω κάτι κομμουνιστικά κιτάπια που έχω, οι Γανάρες θα αναβαπτισθούν.

  5. chrismos
    Δεκ. 09, 2011 @ 20:32:20

    Αιδώ puta λέμε ο Τζον-Τζον ήταν ά-τοιχος…
    Από μικρό σα κώμα, από παιδί (δηλ. από παιδοντούβαλο),
    ντούβλο-ντούβλο έχτιζε ο άνθρωπος τη συγγραφική του καριέρα,
    αλλά παντού μπροστά του ορθώνονταν ένας ντούβαρος…
    Έπρεπε να πάρει φόρα και να ορμήξει ο Σταύρος εν υαλοπωλείω!
    Ή ως Βούβαλος εν βιβλιοπωλείω.
    Τώρα θα ‘ταν-επαιτη-χυμένος

  6. σολωμάντζαρος
    Δεκ. 09, 2011 @ 20:47:22

    #chrismos
    Βούβαλος ο Ντούβαλος;
    ο Τζώνης ο περίκαλος;
    Λες να το δώσω σενάριο στον Φώς Κωλο;( ήττα γράφει μόνος του αυτός;)
    Εδώ που τα λέμε ίσως τον αδίκησα λίγο τον …Τζον Τζον (καλό!)
    Πράγματι ορθόν οντάν μπροστά του ντούβαροι.
    Αλλά λίγο πολύ όλοι αι καλιτέγναι ντούβαρους βρήκαν μπροστά τους (ο αξιόλογος μάλιστα συνάδελφος Κα βάφεις έγραψε και τα «τείχη»)
    Παρ’ όλ’ αυτά δεν ξεπουλήθηκαν όλοι.
    Άσε που με λάδωσε (ο Ντούβαλος) να γράψω εγώ αντί γι’ αυτόν το πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα του πρωθυπουργού.
    Μεγάλος ξεφτίλας
    (εγώ που δέχτηκα!)

  7. theogrocer
    Δεκ. 09, 2011 @ 23:48:28

    Χαχαχα! Εις ΤΕΑ δι’ ορθό τι;
    Κερδίζετε αυτόγραφο του πασχαλινού υμνωδού που όλως περιέργως σνομπάρει τα Χριστούγεννα…

  8. σολωμάντζαρος
    Δεκ. 10, 2011 @ 11:40:49

    O πασχαλινός υμνωδός είναι Γανάρα απο μόνος του.
    Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι του έχει εικόνα του μυστικού δείπνου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: