θείο σχέδιο

  ΘΕΙΟ ΣΧΕΔΙΟ

Δεν διαρρήξαμε τις πύλες του Παράδεισου ,
μέσα δεν μπήκαμε , σαν κλέφτες των Εδέμ .
Το μήλο που κρατούσαμε στα χέρια μας
ήτανε από λαϊκή , της μιας πεντάρας .

Η Εύα , στο κρεβάτι μας που ρίξαμε ,
ήτανε πόρνη απ’ τα έγκατα της γης
Ο Κάιν , που πολύ υπερασπιστήκαμε ,
θύμα ήταν δίκης άδικου κριτή .

Και κάτι Αβραάμηδες & Σία
ούτε μας είδαν και τους είδαμε , γιατί
ονειρευόντουσαν στον ύπνο του δικαίου
την πλήρη απουσία μας απ’ τη γη !

 Όσο γι’ αυτές τις σάρκες Όσιων κι Αγίων
δεν έχουν φωτοστέφανο , μα δίσκο
για να σερβίρονται σε όλους  του απόρους
κι όλα της γης , τα ορφανά από νου.

Τέλος , εκείνη η δίκη των αιώνων
 ακόμη μεγαλώνει την οργή μας .
Α ναι ! Φυτέψαμε τα δέντρα του σταυρού Του
και ύστερα τα κόψαμε σαν ήρθε η ώρα .

Το πρέπων κάναμε , που η αμαρτία ;
σχέδιο του Πατέρα εκτελούσαμε όλοι .
Δώστε κι εμάς μερίδιο απ’ τη Σάρκα !
Τι αν δεν υπήρχαμε εμείς , που η Δόξα ;

Advertisements

24 Σχόλια (+add yours?)

  1. πέννυ μηλιά
    Απρ. 20, 2008 @ 23:25:58

    Α ναι ! Φυτέψαμε τα δέντρα του σταυρού Του
    και ύστερα τα κόψαμε σαν ήρθε η ώρα .

    Μ’ αρέσει αυτή η αποενοχο ποίηση. Άραγε υπάρχει κάποιος δίχως μερίδιο στην Σάρκα και τη Δόξα;
    Βέβαια ίσως να εννοείτε κάτι άλλο που δεν κατάλαβα.
    Είδα φως.Και μπήκα.Ελπίζω να μην ενόχλησα τους νοικοκυραίους,έτσι απρόσκλητη.
    Πέννυ Μηλιά

  2. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 20, 2008 @ 23:39:08

    Kανείς δεν ενοχλείται και κανείς δεν θεωρείται απρόσκλητος. Όλοι καλοδεχούμενοι.
    Λοιπον, ναι υπάρχουν πολλοί δίχως μερίδιο στη Σαρκα και στη Δόξα. Θα έλεγα σχεδόν ΌΛΟΙ.
    Διότι οι εκλεκτοι…πάντα λίγοι.
    Δεν πρόκειται για αποενοχοποίηση, μιας και δεν υπάρχουν ένοχοι.
    Πρόκειται για κατασκευασμένες κατηγορίες, στα πλαίσια ενός μεταφυσικού-νομικού συστήματος που επινοήθηκε απο ανθρώπους.
    Ως εκ τούτου δεν βρίσκεται – και δεν μπορεί να βρίσκεται – στο απυρόβλητο (το εν λόγω σύστημα)
    Τους χαιρετισμούς μου.

  3. πέννυ μηλιά
    Απρ. 20, 2008 @ 23:47:34

    Όπου Σάρκα βλέπε αιματοχυσίες και μοίρασμα κυριαρχίας και Δόξα βλέπε μεταθανάτιοι υποσχόμενοι παράδεισοι,»παρηγοριά στον άρρωστο»;Εννόησα καλώς;
    Πέννυ

  4. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 21, 2008 @ 00:06:15

    Bλέπω υπάρχει σύμπτωση …επικοινωνίας.
    Θα σε στεναχωρήσω αλλά …όχι.
    Αν η Σάρκα ήταν αυτό που λες δεν θα την ζητούσα.
    Η Σάρκα είναι απο τη μια αυτό που κυριολεκτικά πρεσβεύει η εκκλησία και , κατ΄επέκταση η ενσωμάτωση των κοινών , απλών, καθημεερινών και ποταπων ανθρώπων στο …»θείο σχέδιο » της εκκλησίας για όλους αυτούς. Η Σωωτηρία της ψυχής δηλαδής.
    Παραμύθια τούμπανα, μ΄άλλα λόγια, αλλά..αυτό διακυρήσει ο Χριστιανισμός:πως όσοι έχουν μερίδιο στη Σάρκα, θα σωθούν. Που, πότε, πως κλπ, είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία και εγω στίχους έγραψα, όχι θεολογική μελέτη.
    Η Δόξα τώρα:
    Παράδειγμα 1. Όταν ένας , Φυσικός πχ, παίρνει Νόμπελ για την τάδε ανακάλυψή του, παραβλέπουν όλοι το μεγάλο μπακράουντ που υπάρχει. Μια ολόκληρη και πολυπληθής εερευνητική ομάδα που άλλος μετράεει το «α», άλλος το «β», άλλος συλλέγει πληροφορίες κλπ. Στο τέλος ο Μεγάλος Επιστήμονας κάνει τη σύνθεση και …δοξάζεται.

    Παράδειγμα 2. Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν. Σπουδαίος μαέστρος. Χαραγμένος στη μνήμη του 20ού αιώνα.
    Τι θα ήταν όμως αυτος ο κύριος αν δεν υπηρχαν τα δεκάδες βιολιά, πιάνα, κοντραμπάσσα κλπ, να διευθύνει; Τίποτα δεν θα ήταν, λέω εγώ.
    Υπάρχει κανείς που να θυμάται έστω και έναν ταπεινό φλαουτίστα τον οποίο διυθηνε ο μίστερ Κάραγιαν; τι αν δεν υπήρχε ο φλαουτίστας…που η δόξα;

  5. Maria R.
    Απρ. 21, 2008 @ 06:18:05

    ας μου επιτραπεί να συμπληρώσω

    «Δεν θα τολμούσαμε σαρκα να γευτούμε
    Πόσο μάλλον να την αποχωριστούμε
    εαν δεν είμαστε παιδιά του Καιν
    so baby everything is fine

    μην ανησυχείτε για την καταγωγή μας
    κανείς δεν μας τη παίρνει, ειναι δική μας
    και αν αρεσκομαστε το Θείο να κατηγορούμε
    μια στο τόσο ας με το Διαβολο συνηγορούμε

    όλα είναι μέσα στο μυαλό μας
    την Ανθρωπιά ξεχνάμε στο σακίδιο μας,
    ας κυλιστούμε χαρούμενοι στη λάσπη
    ας αφήσουμε τη διανόηση
    για τ’αλλα ζώα μες στη πλάση»

    μου αρεσει οταν οι λέξεις
    αποκαλύπτονται σαν μαχαίρι
    που βγαίνει απο την θήκη

    Καλημέρα Αλέξανδρε..
    το ποιημα σου δυνατό!

  6. stixakias
    Απρ. 21, 2008 @ 12:35:04

    Δεν έχετε το Θεό σας.
    Γι αυτό σας πάω -που έλεγε και ο Μακαριστός-.

    Πολύ καλή απόδοση.

  7. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 21, 2008 @ 14:02:52

    # Μαρία Ρ.
    Και η δική σου απάντηση δυνατή και εντός κλίματος.

    #Στιχάκιας
    Ούτε εσείς τον έχετε απ΄ότι είδα στο μπλογκ σας.
    Το ζητούν οι μέρες βλέπεις!

  8. φαίδρα φις
    Απρ. 21, 2008 @ 21:01:16

    και πριν την επανάσταση των μεγαλειωδών χριστιανικών και ηθικών ιδανικών,είχε προηγηθεί-έτσι θέλω να πιστεύω- η επανάσταση της φύσης μας,μια έκρηξη πυ ζήλεψαν πολλοί και βιάστηκαν να την καπελώσουν,να μας επιβάλλουν όσα παλέυαμε ν’αποβάλουμε,μέτρα συμπεριφοράς,πρότυπα,κάτεργα…
    ότι δεν ξεχύνεται από μέσα μας δεν είναι αυθεντικό,δεν είναι τίποτα.
    σαν παλίμψηστο από το μηδέν οφείλουμε να ξεκινήσουμε,για την ανθρωπιά μας.

    πολύ μου άρεσε το δυνατό κείμενο αν και πάντα διακρίνω τα σημάδια της απόλυτης φιλοσοφίας σου…

    φιλιά

  9. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 21, 2008 @ 22:28:09

    #φαίδρα φις
    Πως τα κατάφερες πάλι να με προκαλέσεις!!!
    Δεν διαφωνώ μ΄αυτά που γράφεις. Ετσι είναι.
    Πράγματι, αυτά που ξεχύνονται απο μέσα μας είναι τα αυθεντικά – αν , βέβαια το μέσα μας δεν μας το έχουν διαστρεβλώσει και αν το έχουν αφήσει ελέυθερο.
    Η πρόκληση ήταν η φράση «των μεγαλειωδών χριστιανικών και ηθικών ιδανικών»
    Άσχετα αν είναι μεγαλειώδη ή όχι, οι θρησκείες δεν έχουν ιδανικά.
    Αυτό που λέω μπορεί να είναι αντίθετο με ότι πιστεύουν σχεδόν όλοι, αλλά επιμένω πως οι θρησκείες δεν εχουν ιδανικά: οι θρησκείες έχουν προτάσεις, κανόνες, εντολές, απαγορεύσεις. Και όλα αυτά όχι για να ζήσουμε καλύτερα στη ζωή ετούτη αλλά για να κερδίσουμε τη ζωή την άλλη, τη μεταθανάτια.
    Τα ιδανικά όμως έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις στη ζωή ετούτη.
    Οτιδήποτε φαίνεται σαν ιδανικό ή κανονιστικό της ομαλής και αρμονικής συμβίωσης στη ζωή ετούτη και που πηγάζει απο τις θρησκείες, είναι στα πλαίσια του πολιτικού λόγου των θρησκειών, μιας και αυτές ήταν απο πάντα άρρηκτα δεμένες με τις κοσμικές εξουσίες.
    Κι όταν λέω απο πάντα, εννοώ απο την εποχή του «Εν αρχή ήν ο Λόγος», απο τότε δηλαδή που στον άνθρωπο φάνηκαν τα πρώτα ανθρώπινα σημάδια.
    Φιλιά κι απο μένα.

  10. φαίδρα φις
    Απρ. 21, 2008 @ 23:06:53

    έχεις δίκιο και συμφωνώ απολύτως και ακριβώς αυτό εννοούσα,ο λόγος ήταν ειρωνικός αλλά από κεκτημένη ταχύτητα δεν έθεσα το ιδανικά σε εισαγωγικά…

  11. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 21, 2008 @ 23:16:29

    Αποκαταστάθηκε η «τάξις»,
    διότι κι εμένα κάτι δεν μου κολλούσε σ΄αυτή την πρόταση. Διαφαίνεται ο ειρωνικός λόγος αλλά ….πως να είναι και κανείς 100% σίγουρος;

  12. Μαρία Νικολάου
    Απρ. 22, 2008 @ 07:06:29

    Το πρέπων καναμε … που η αμαρτία…;
    Ελα ντε…
    Πολυ δυνατες λέξεις Αλέξανδρε
    Καλη σου μερα

  13. Λάκης Θλιμμένος
    Απρ. 22, 2008 @ 09:23:34

    Αν και δεν μπορώ να θεωρηθώ υπερασπιστής «των μεγαλειωδών χριστιανικών και ηθικών ιδανικών» (μάλλον για το αντίθετο έχω κατηγορηθεί πολλάκις) ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω μαζί σου Αλέξανδρε. Κατά την φτωχή μου άποψη οι θρησκείες είναι τρόπος ζωής και ως τέτοια θέλω να πιστεύω ότι αποσκοπεί στο να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή. Τώρα, το παραμύθι περί του Λόττο του μεταθανάτιου βίου και άλλες πολλές από τις απαγορεύσεις και τους λοιπούς κανόνες είναι ένας απλός τρόπος για να πεισθεί η μάταιη ψυχή μας. Δυστυχώς, οι περισσότερες θρησκείες (εάν όχι όλες) δεν έχουν αντιληφθεί ότι η ανθρωπότητα έχει εξελιχθεί και ότι πλέον δεν χρειάζονται bed time stories για να καθοδηγήσουν τους ανθρώπους για έναν ενάρετο βίο. Σε κάθε περίπτωση όμως, πιστεύω ότι είναι φρονιμότερο να μην αποξέουμε το τοίχος του χριστιανισμού αυτές τις ημέρες – δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να γνωστοποιήσουμε τις απόψεις μας σε τόσο ευαίσθητα θέματα όταν υπάρχουν εκατοντάδες άλλες ημέρες λιγότερης ψυχικής έντασης.

    Την καλημέρα μου με τις καλύτερες ευχές σε όλους

  14. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 22, 2008 @ 15:02:57

    #Μαρία Νικολάου
    Χαίρομαι που σ΄άρεσε.
    Καλή μέρα και καλές γιορτές.

    #Λάκης Θλιμμένος.
    Έχεις βάλει διάφορα ζητήματα.
    Επιμένω στην παραπάνω απάντησή μου προς τη φαίδρα φις.
    Η κάθε θρησκεία εξ ορισμού εμπεριέχει μια μεταφυσική και η μεταφυσική αυτή κυρίως έχει να κάνει με τη μεταθανάτια ζωή. Σ΄αυτήν αποσκοπούν οι κανόνες γι την εδώ ζωή. Δηλαδή ζουμε ενάρετα και με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο εδώ και θα ανταμοιφθούμε …εκεί.
    Αν απομονώσεις μόνο τα ιδανικά ή την ηθική τότε δεν θα έχεις θρησκεία αλλά μια κοινονικοπολιτική ιδεολογία.
    Ειναι διαφορετικό να είμαι ενάρετος επιδή πιστεύω πως έτσι θα συμβιώσω καλύτερα με τους άλλους ανθρώπους, θα νοιώθω καλύτερα με τον εαυτό μου κλπ, απο το να είμαι ενάρετος για να πάω στον παράδεισο.
    Όσο για το τελευταίο μέρος του σχολίου σου, εγώ δεν βλέπω και πολλούς χριστιανούς να επιδεικνύουν κάποια ιδιαίτερη κατάνυξη αυτές τις μέρες.
    Αν εξαιρέσεις κάποιους ηλικιωμένους, οι υπόλοιποι πάνε απο συνήθεια ή υποχρέωση στην εκκλησία ,κοιτούν και το ρολόι να προλάβουν την αγαπημένη τους σειρά στην τηλεόραση ή να δουν για πολλοστή φορά τον Ιησού απο τη Ναζαρέτ.Μέσα στο γενικότερο τρέξιμο και την αποχαύνωση, το τελευταίο που θα σκέφτούν είναι η μεταφυσική και το «θείο δράμα»
    Η μόνη ψυχική ένταση που βλέπω είναι για το που και πως θα περάσουν το Πάσχα, πόσο κάνει τ΄αρνί, τι κίνηση θα βρουν στις εθνικές οδούς και τέτοια.
    Κάνω λάθος;

  15. Λάκης Θλιμμένος
    Απρ. 22, 2008 @ 17:22:13

    Όχι Άλεξ δεν κάνεις καθόλου λάθος αλλά και εγώ αυτό το πράγμα εννοούσα όταν μιλούσα για «ψυχική ένταση» καθώς και για το παραλήρημα που παρατηρώ τώρα τελευταία σε blog που επισκέπτομαι δηλ. η μία πλευρά να δίνει έμφαση στην γενικότερη χριστιανική πλευρά της Ανάστασης και το μήνυμα αυτής και την άλλη πλευρά να επικεντρώνεται περισσότερο στην ουσιαστική θεώρηση της ανθρώπινης ύπαρξης κάτω απ’ το ουσιστικό (ας το πούμε) χριστιανικό πνεύμα.
    Πάντως εξακολουθώ να πιστεύω ότι το μεταφυσικό που αναφέρεις είναι απλά ένα κίνητρο κατανοητό απ’ όλους και κατ’ επέκταση, ναι οι θρησκείες πιστεύω ότι είναι κοινωνικοπολιτικές ιδεολογίες (πιστεύεις πραγματικά ότι εάν δεν υπήρχαν κοινωνικές τάξεις, κατακτημένοι λαοί, φτώχεια και άλλα παρόμοια θα επικρατούσε ποτέ ο χριστιανισμός; ή μήπως ως τέτοιος δεν αντιμετωπίσθηκε ο χριστιανισμός στα πρώτα του χρόνια;)

    Καλές γιορτές σου εύχομαι Αλέξανδρε

  16. ΕΛΕΝΗ
    Απρ. 22, 2008 @ 20:27:13

    οι μάσκες των ποιητών

    Από μικρή είχε ένα τάλαντο στην χειροτεχνία
    Έφτιαχνε με απλά υλικά: παλιές εφημερίδες, μπαλόνια
    και κόλλα με τη τεχνική του παπιέ μασέ, μάσκες.
    Είχε αναρίθμητες μάσκες στο σπίτι, πολύχρωμες,
    μαύρες, λευκές, διαφανείς
    Ανθρώπων γελαστών, κλόουν θλιμμένων,
    μάσκες βενετικές με φτερά πολύχρωμα που
    σκονίζονταν κι άλλαζαν αποχρώσεις…
    Περηφανευόταν για τα δημιουργήματά της
    τα έδειχνε στους φίλους της
    και κάποτε-κάποτε τις φωτογράφιζε στο στόμιο
    του πηγαδιού που είχε στον κήπο της.
    Μια τοιχογραφία από μάσκες πολύχρωμες
    σε συστάδες πάνω στους τοίχους!
    Το άλλο πού το πας; της πρόσφεραν οικονομικά οφέλη.
    Οι τοίχοι της δεν χρειάζονταν επιχρωματώσεις πλαστικού,
    ούτε να καλλωπίσει τα τζάμια με κουρτίνες,
    ούτε να πάρει παλιές εφημερίδες,
    να πλύνει τα τζάμια για να λάμπουν.
    Ήταν το απόλυτο βασίλειο της μάσκας το σπίτι της.
    Κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο γονάτιζε μπροστά τους
    ύστερα τις χάιδευε μία-μία με τη φτέρνα της.
    Μάλιστα τις όλες ονοματίσει
    ονόματα παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα
    ονόματα που είχαν απορυθμίσει τον σκληρό πυρήνα
    των κυττάρων της.
    Είκοσι ολόκληρα χρόνια ούτε στιγμή δεν τις είχε αποχωριστεί
    ήταν οι μοναδικοί της συγκάτοικοι, ξέρεις η συνήθεια πάντα
    κλείνει μια βιαιότητα.
    Σήμερα όμως έπρεπε να βγει από το σπίτι,
    υποχρεώσεις που δεν είχε προβλέψει θα την κρατούσαν για λίγο μακριά.
    Σαν έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού στάθηκε μπροστά τους
    γονάτισε, ζήτησε συγνώμη.
    Οι μάσκες ακίνητες σαν να μην άκουγαν, σαν να μην έβλεπαν.
    Το τρένο όμως θα έφευγε, κι ήταν το τελευταίο…
    Δεν μπορούσε να τ’ αναβάλλει, το ταξίδι ήταν πολύ σημαντικό.
    Λίγο πριν βάλει το κλειδί στην πόρτα, ένα πράσινο φτερό
    παπαγάλου την εμπόδισε να μιλήσει.
    Ξέρεις, τα τελευταία λόγια μετρούν, είναι αυτά που υπαγορεύουν οι θεοί
    Οι μάσκες όμως είχαν εναντιωθεί, πήραν τη φωνή της, έμεινε βουβή.
    Πειθήνια ακολούθησε το δικό τους δρόμο, μήπως
    θα έπρεπε ν’ ακολουθήσει και τη δική τους στάση;
    Οι μάσκες λοιδορούν τα κομπολόγια των εκλιπόντων ποιητών
    Το ήξερε… πώς λάθεψε;

    Καλό Πάσχα
    Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια

  17. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 22, 2008 @ 21:48:12

    #Λάκης Θλιμμένος
    Είπα πάλι στο αρχικό σχόλιο προς τη φαίδρα πως:»Οτιδήποτε φαίνεται σαν ιδανικό ή κανονιστικό της ομαλής και αρμονικής συμβίωσης στη ζωή ετούτη και που πηγάζει απο τις θρησκείες, είναι στα πλαίσια του πολιτικού λόγου των θρησκειών, μιας και αυτές ήταν απο πάντα άρρηκτα δεμένες με τις κοσμικές εξουσίες».
    Νομίζω πως αυτό είν΄όλο. Απόδειξη το…ρητορικό ερώτημα που θέτεις στο τέλος.
    Είδες; η μεταφυσική μόνη της δεν αρκούσε να προσελκήσει τους εξαθλιωμένους, χρειάζονταν και ένας …νεοτερικός πολιτικός λόγος ως επένδυση.
    Όταν όμως οι εξαθλιωμένοι παρέμεναν εξαθλιωμένοι, η μόνη παρηγοριά που τους έμενε ήταν…ο παράδεισος!

    #ΕΛΕΝΗ
    Καλό Πάσχα και σε σένα
    Αφησα σχόλιο στο μπλογκ σου.

  18. ktkouk
    Απρ. 23, 2008 @ 06:26:07

    Σε κουβέντα με έναν συνιστολόγο που διακηρύσσει την πίστη του (και δεν έχω και λόγους να μην τον πιστεύω) είχε πει ακριβώς αυτό: Το Α και το Ω του χριστιανισμού είναι η Ανάσταση. Βγάλε από τον Χριστιανισμό την ανάσταση και δεν μένει τίποτα. Είδα κι έπαθα να του εξηγήσω ότι αυτό και μόνο αρκεί για να καταρρεύσει όλο το οικοδόμημα. «Αλήθεια σας το λέω απέτυχα τελείως» (Κατσιμιχαίοι , α, ρε Φαίδρα).
    «Ό,τι δεν ξεχύνεται από μέσα μας δεν είναι αυθεντικό». Σωστό. «Αν , βέβαια το μέσα μας δεν μας το έχουν διαστρεβλώσει και αν το έχουν αφήσει ελεύθερο». Σωστό και αυτό.
    Όμως φαίνεται ότι η ψυχολογία της αγέλης μας συνοδεύει ακόμα• ποιος ξέρει από ποια πανάρχαια χρόνια. Διότι αλλιώς δεν θα έβρισκαν γόνιμο έδαφος να φυτρώσουν και να καρπίσουν οι διάφορες θρησκείες αλλά και διάφοροι –ισμοί που σαν κύριο χαρακτηριστικό τους έχουν ένα αρχηγό πίσω από τον οποίο ακολουθεί το ποίμνιο. Και αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ψυχολογίας εκμεταλλεύτηκαν και εκμεταλλεύονται όσοι προσπαθούν (όχι πάντα με επιτυχία, αλλά συνήθως) να καθοδηγήσουν το πλήθος (ή να το κατευνάσουν ή δεν ξέρω τι άλλο) προς ίδιον όφελος εννοείται (βεβαίως, βεβαίως).Οι απατεώνες. Όμως αυτό (η ψυχολογία της αγέλης) βγαίνει από μέσα μας, άρα, όπως είπαμε πιο πάνω, είναι αυθεντικό. Παρατηρείτε προφανώς την αντίφαση: Κάτι που βγαίνει από μέσα μας να στρέφεται εναντίον μας. Δυστυχώς, όσο κι αν η τεχνολογική εξέλιξη δημιουργεί ψευδαισθήσεις περί του αντιθέτου, σε επίπεδο κοινωνικής και ψυχολογικής εξέλιξης είμαστε κάνα-δυο βήματα μετά τον αυστραλοπίθηκο.
    Ίσως η μάχη τελικά που έχουμε να δώσουμε να μην είναι απέναντι σε όσους προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την αδύναμη φύση μας αλλά εναντίον της ίδιας μας της φύσης. Να εναρμονίσουμε δηλαδή τον λόγο (αυτή την υπέροχη συγκυρία της εξέλιξης) με το παρορμητικό, το ενστικτώδες.
    Αλλά, εδώ χρειαζόμαστε διεθνές δικαστήριο για να εναρμονίσουμε τη βαθμολογία του πρωταθλήματος με τον πρωταθλητή (και πάλι δεν τα καταφέρνουμε) κι εγώ κάθομαι και λέω ιστορίες…

    Καλημέρα σε όλους,
    Αλέξανδρε, φιτίλι σωστά βαλμένο προς το μπαρούτι το ποίημά σου.

  19. πέννυ μηλιά
    Απρ. 23, 2008 @ 09:50:12

    Συμφωνώ σε πολλά με τον προλαλήσαντα. Αν λοιπόν είναι καιρός να (αντ)αλλάξουμε έννοιες «Δόξα είν’ η ευθύνη της δικής μας αλλαγής».Σαρκα είναι ότι ξεχύνεται από μέσα μας, ελεύθερο.Κι ότι συντελεί σ αυτά, καλώς δεχούμενο.Κι ό,τι διαστρεβλώνει και θέλει να «αγοράσει» το μερίδιο της δικής μας ευθύνης, να μας απαλλάξει από την «βάσανό» του, ξεχνάμε οτι, ουσιαστικά, μας απαλλάσσει και από την όποια «Δόξα» μας αναλογεί. Όσο δεν θέλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού πάντα θα υπάρχουνε καλοθελητές να μας «πάνε», να μας «οδηγήσουν σ’ αυτόν» και να μας πείσουν..

    Καλημέρα
    (και είναι όντως μια καλή μέρα)
    Πέννυ Μηλιά

  20. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 23, 2008 @ 14:15:05

    #ktkouk

    Λες «Ίσως η μάχη τελικά που έχουμε να δώσουμε να μην είναι απέναντι σε όσους προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την αδύναμη φύση μας αλλά εναντίον της ίδιας μας της φύσης. Να εναρμονίσουμε δηλαδή τον λόγο (αυτή την υπέροχη συγκυρία της εξέλιξης) με το παρορμητικό, το ενστικτώδες.»
    Μ΄αυτό περιέγραψες επακριβώς αυτό που προσπαθεί να κάνει η φιλοσοφία δυόμισι χιλιάδς χρόνια τώρα. (και όχι μόνο η δυτική)
    Η άρμονική συνύπαρξη κεφαλιού και στομαχιού.
    Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά και είναι και θέμα προσωπικής στάσης του καθενός πως θα παλαίψει ένα τέτοιο ζήτημα.
    Εγώ πιστεύω πως δεν θα λυθούν ποτέ αυτά τα προβλήματα και απο πολύ νωρίς αποφάσισα πως αντί να βασανίζομαι να καταπολεμώ τα διάφορα πάθη μου είναι καλύτερο να μάθω να ζω μ΄αυτά.
    Οσο για την Ανάσταση το λένε και οι ίδιοι οι χριστιανοί θεολόγοι, πως δεν υπάρχει χριστιανισμός δίχως την Ανάσταση. Ο συνιστολόγος μάλλον είναι αδιάβαστος.
    Κιένα τελευταίο που συνδιάζει όλα όσα είπα παραπάνω.
    Όπως αν βγάλεις την Ανάσταση απο τον χριστιανισμό δεν υπάρχει χριστιανισμός, ‘έτσι αν βγάλεις το αμνοερίφιο απο την Ανάσταση, δεν υπάρχει Ανάσταση.
    Καλή Ανάσταση.

    #Πέννυ Μηλιά.
    Ελπίζω να σε κάλυψα με τα παραπάνω.
    Δίκιο έχεις κι εσύ πάντως.

    Οι καλές μέρες θέλουν και καλοπέραση.
    Γεια χαρά.

  21. ktkouk
    Απρ. 23, 2008 @ 15:31:38

    Μα η εναρμόνιση λογικής και ενστίκτου δεν είναι μονόδρομος. Το να συνειδητοποιήσει κανείς τα πάθη του είναι μια λογική διεργασία. Το να αποφασίσει να ζει με αυτά είναι μια δεύτερη. Το να μάθει τελικά να ζει με αυτά (όπως γράφεις) είναι μια ατέλειωτη ίσως σειρά από παρόμοιες διαδικασίες. Δεν είπα δηλαδή να βγάλουμε τα πάθη από τη ζωή μας. Θα ήμουν ανακόλουθος με την ζωή μου. Αντιθέτως, λέω ότι το να τα συνειδητοποιήσουμε, αποτελεί την καλύτερη «ασπίδα» έναντι όποιων σκεφτούν ή προσπαθήσουν να τα εκμεταλλευτούν. Με μια κουβέντα: συμφωνώ μαζί σου.

    Και για να συνεχίσω το συλλογισμό που ξεκινάει από τους θεολόγους και επεκτάθηκε από σένα:

    Αν βγάλεις την Ανάσταση απ’ τον χριστιανισμό δεν υπάρχει χριστιανισμός,

    Αν βγάλεις το αμνοερίφιο απ’ την Ανάσταση δεν υπάρχει Ανάσταση.

    Αν κόψεις την πετσούλα απ’ το αμνοερίφιο είναι σκέτη κόλαση.

  22. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 23, 2008 @ 21:17:47

    Θα κολαστώ πάλι φέτος!

  23. george holiastos
    Μάι. 27, 2008 @ 23:56:08

    Φίλοι,κύριοι,μην περιμένετε να βρείτε τα έργα μου καλοταχτοποιημένα σε ενότητες,συλλογές κλπ. Είναι τόσα πολλά και έχουν αλλάξει τόσες φορές θέσεις το ένα με το άλλο,που,καθώς ούτε και ημερομηνίες κρατώ για την εγγραφή τους,δίνονται εδώ όπως βρέθηκαν όταν αποφάσισα να τα εκθέσω στα μπλογκς μου. Απολαύστε τα ένα ένα,όπως εξάλλου θα κάνατε και αν ήσαν βαλμένα σε κάποιαν άλλη σειρά. Και μη βιαστείτε να τα κρίνετε. Αυτό αφήνεται στο Χρόνο και θα γίνει όταν ούτε σεις ούτε εγώ θα υπάρχουμε πάνω σ’ αυτή τη γη. Η διαφορά μου από σας είναι ότι εγώ ξέρω από τώρα την απόφαση του Χρόνου. Τα άριμα Copyright PAu 1-696-217 George Holiastos ΤΑ ΑΡΙΜΑ Γεωργίου Χολιαστού ΑΓΡΙΟΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ Αντάρτη χωρίς ταυτότητα! Πρίγκηπα χωρίς περγαμηνές ευγένειας! Λαχτάρα όλο ο ταξιδιώτης πάνω σου γέρνει. Ο πραματευτής αγέρας ακριβά τ’ αγκάθια σου πληρώνει για το άρωμα που από σε φορτώνει και τριγύρω θα μοσχοπούλήσει. Αγριοτριαντάφυλλο! Λεύτερο από φράχτες ! Αμόλυντο από φώτα σαλονιών! Αγριοτριαντάφυλλο! Συντρόφι εσύ των στιλβωμένων αστεριών Τις ξάστερες τις νύχτες του χειμώνα! Ο ΝΙΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ -Σε τούτο το χωριό ήξερα ένα νιο τραγουδιστή. Πού έχει πάει μικρή μελαχρινή κοπέλλα μου; -Είναι αυτός εδώ μα η φωνή του στ’ ουρανού τα πλάτια τραγουδάει. -Και ποιος ακούει στον ουρανό τα θλιβερά τραγούδια του κοπέλλα μου; -Τ’ αστέρια με τα λαμπερά τ’ αυτιά τους΄ και το φεγγάρι, με το μαντήλι η γη να του κρατάει γύρω της χορεύει. -Αχ! και πού τον έχουνε θαμμένον; -Στου τζίτζικα το φράκο το λευκό και χρυσαφένιο και στο λαιμό του πεθαμένου του αηδονιού. Η ΜΙΚΡΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ -Τσιγγάνα μου τα στήθη σου αυτά ποιος τα ορίζει; -Ο αγέρας που απ’ ολούθεν έρχεται κι ολούθε πάει. -Τσιγγάνα μου τα γόνα σου τα σφαλιστά ποιος σου τ’ ανοίγει; -Το νερό του ποταμιού που πάει απ’ το βουνό στον κάμπο. -Και ποιος ειν’ ο καλός σου εσύ τσιγγάνα μου μικρή; -Το ρόδο με μιαν Άνοιξη σε κάθε πέταλό του. Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑΔΙΚΟΥ Η γλυκεια γυναίκα του ψαράδικου με δέρμα λευκό και βελουδένια χέρια με το πρόσωπο αθώο σαν την αυγή και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα στην αγορά εβγήκε και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της. -Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη. -Εγώ πριν από έναν ποιητή; -Χωρίς την ομορφιά σου η ποίηση δε θα τραγουδούσε. -Δίχως την ποίηση θα πήγαινε μαζί κι η ομορφιά μου. Μα κιόλας η ψυχή με εικόνες είχε πλημμυρίσει ακτών μαγευτικών, γλυκόλαλων Νηριϊδων και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας Ερωτικών Πλασμάτων. ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ -Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου φραουλίτσα; -Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να πονείς. -Ένα λευκό σου πεταλάκι σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας άσε να κλείσω μες στο χέρι μου. -Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε. -Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή; -Η Απονιά Θεός μου κι η Σκληρότη. -Αδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα; -Τον πόνο να σου δώσω,που σκοπός και μέτρο είναι της γήϊνης ζωής σου. Τ’ ΑΛΟΓΑΚΙΑ Τα μάτια σου χρυσάφι και νερό. Καστανός τα μαλλιά σου αφρός. Τ’ άλογα στέκουν ανυπόμονα. Το τρέμισμα κυττάζω των χεριών σου. Χείλια σου στήθη και λαιμός παιχνίδι στου έρωτα το χάδι.. Τ’ άλογα πάλεμα οσμίζοντας φουρμάζουνε με ταραγμένο το αίμα. Μαγνήτης σαν το χέρι μου να είναι μονάχος του ο καρπός σου εντός του πέφτει. . Τ’ άλογα τρέχουν γύρω γύρω τρελλαμένα. Σφιχτά κλεισμένη μες στα χέρια μου γυρνάς μαζί τους. Αχ έρωτα που τελειωμό δεν έχεις! Φέρνω στο στόμα και δαγκώνω τον καρπό. Μες στον αφρό τους βουτηγμένα κάτω πάνε τ’αλογάκια. ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ Αυτός που πηγαίνει λέει: δεξιά,αριστερά. Αυτός που έρχεται λέει:αριστερά δεξιά. Και δίκιο δίνεις και στους δυο αγαθέ,πανάρχαιε δικαστή σε νόμους τέσσερες ακλόνητους στεριωμένε. Στράβωνα σκίσε τις περγαμηνές σου! Αϊνστάϊν,ξαναζεσταμένη ειν’ η σοφία σου! ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ -Καλή σου όρεξη κυρά μου στα φασόλια σου. Αν φασολάκι εγίνομουν και καρφωνόμουν στο πηρούνι σου στου στόματός σου τη γλυκειά φωλιά θα μ’ έβαζες; -Φαγάκι θα ’σουν και θα σ’ έβαζα. -Και πηρουνάκι αν γίνομουν θα με ρουφούσαν έτσι τα χειλάκια σου; -Πηρουνάκι θα ’σουν και θα σε ρουφούσαν. -Κυρά μου για ένα όνομα μη σε καϋμό με ρίξεις. Φασόλι πες με και το στόμα σου ας με γέψει… -Λωλό μου μοιάζεις αγοράκι μου άγουρο. -…Και πηρουνάκι πες με και τα χείλια μου έλα πιες. -Πώς τα ονόματα-του κόσμου εγώ την τάξη- να την αλλάξω αλανάκι μου γλυκό; -Με κολυμπήθρα τα ματάκια σου τα ολόμαυρα και αγιονέρι το καυτό μου το αίμα. -Κιόλας σε βάφτισα γλυκό μου αγόρι. Όμως τον άντρα μου που οργώνει πέρα πώς να τον ειπώ; -Μπαξέ που ένας διαβάτης του ’κοψε ένα ρόδο. -Αχ άντρα μου μπαξέ πάει το τριανταφυλλάκι σου. ΣΥΧΩΡΕΣΤΕ ΜΕ Αν Κάποια μνήμη πέρα από το σκότος και το φως μ’ εξουσιάζει΄ Αν Κάποια ρίζα ακλόνητη είναι που μ’ έχει μεγαλώσει φύλλο ολότρεμο του κάθε αγέρα΄ αν Κάτι ανυπόκριτο με ξαναχτίζει μακριά του΄ αν Κάτι περα απ’ το Εκεί κι από το Τότε θάλλει κάπου ανύποπτον ορίζοντάς με΄ αν Κάτι που μου ανήκει,οριστικά κλείνει τον κύκλο του΄ αν Κάτι σίγουρα μου ’χει δοθεί αθάνατο, μοναδικό, αγνό΄ αν Κάτι ασύλληπτο από την ανθρώπινη ουσία με δονεί΄ αν Κάτι βρίσκεται αληθινό που δικό μου να ’ναι και δικό μου μόνο, απ’ Αυτό, απ’ Αυτό, απ’ Αυτό ζητώ να μου δώσει τη δύναμη να μιλήσω και να πω- «συχωρέστε με- συχωρέστε με όντα αυτού του κόσμου γιατί υπήρξα κι εγώ ανάμεσά σας». Κι απ’ Αυτό, απ’ Αυτό, απ’ Αυτό- το πιο βαθύ από το κορμί μου το πιο κρυφό από την ψυχή μου το πιο μεγάλο μου από το νου- απ’ Αυτό ζητώ,όντα αυτού του κόσμου, να σας δώσει τη δύναμη να με νιώστε όταν λέω- «συχωρέστε με- συχωρέστε με όντα αυτού του κόσμου γιατί υπήρξα κι εγώ ανάμεσά σας». Η ΚΟΥΚΛΑ Τα μάτια μου δυο πέτρες άχυρα τα μαλλιά ξύλα τα πόδια μου το σώμα μου πανί με πριονίδι γεμισμένο. Μια κούκλα ευτελής, σχεδόν ανυπόστατη είμαι. Κι όμως προβάλλω αξιώσεις για προσοχή και αφοσίωση καταλαμβάνω χώρο έτσι που κανείς την ίδια ώρα δεν μπορεί να είναι εκεί που είμαι, μιλώ και εκβιάζουνε τα λόγια μου αποφάσεις με κούκλες άλλες κοινωνικές συνάπτω σχέσεις εργάζομαι κοιμάμαι περπατώ. Λίγο ακόμα και θα έλεγα «υπάρχω». ΕΛΛΗΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ Επειδή η Γερμανία είναι βάρβαρη χώρα γι αυτό κάθε πρωί παίρνω βαθιά μιαν εισπνοή από λέξεις σαν αυτές: δυσραγής,έμμαλος,επικράζω΄ επανθέω,αεροκόλακες,ευθάλαττος΄ άπληκτος,υπέρλεπτος,αριζήλως΄ αυτολυρίζω. Επειδή η ζωή εδώ είναι ένα μαύρο αγριοπούλι την ημερεύω κάθε μέρα με λέξεις όπως: ύποινος,ανθοκρατέω,αθηνιώ΄ αυτόκλαδος,βιωφελής,ερώτιον΄ κισσηρεφής,περιλάμπω,πυριάλωτον΄ νεαροηχής. Και μετά από κάθε τους επίθεση ιαίνω τις πληγές μου ψιθυρίζοντας: καταβόησις,ηχή΄ κλεψίχωλος,τεττιγγώδης,δρύπτω΄ αύχημα,άτυμβος,βραχυβλαβής συνοχμάζω. ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΟΥΝ Τα πουλιά ξαναγυρίζουν σπάζοντας με το ράμφος τους τις τελευταίες αιχμές του χειμώνα και διώχνοντας με τα φτερά τους τις τελευταίες συνέπειες της απρονοησίας. Τα πουλιά ξανάρχονται ζωηρά και αεικίνητα χρώματα ευτυχίας φορώντας (μερικά στο ταξίδι έχουν πεθάνει) και τιτιβίζοντας χαρούμενα. ΕΤΣΙ. Τη βέργα παίζοντας μέσα στο χέρι του στην πολυθρόνα καθιστός, άλλοτε ο ρόζος της χτυπάει στο δάχτυλό του κι άλλοτε άγγιχτο τ’ αφήνει. Έτσι. Τυχαία. Όπως τα σύμπαντα χαλιούνται η φτιάχνονται. ΟΠΕΡ ΑΛΛΩΣΤΕ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ Ίνα ποιητής τις εις μίαν πόλην της φαιδράς έλξει της καθημερινότητος την προσοχήν, απαραιτήτως δέον ορισμένας προϋποθέσεις η βίωσίς του εις την πόλιν να πληροί, ως, φερ’ ειπείν, τους άρχοντας της πόλεως να θυμιά, ενδεδυμένος πάντοτε κατά συρμόν να εμφανίζεται (και απαραιτήτως μετά λαιμοδέτου), κενούς νοός πολίτας να υμνεί, να συγχρωτίζεται με «πατριώτας», τρεις υποκλίσεις καθημερινώς (πρωίαν,μεσημβρίαν και εσπέραν) προ των κτιρίων να κάμνει όπου έντυπα στεγάζουν, προτού, εισελθών,τους πόδας καταφιλήσει εκδοτών και τυπογράφων. Ωσαύτως δέον, Εις πάσαν τελετήν γλοιώδη,ην, «επώνυμοι» και «εξέχοντες» της πόλεως πολίται διοργανώνουν να συμμετέχει. επικροτών Τέλος, ουδενάκις δια λόγων ή έργων οχλήσει την κρατούσαν πολιτικήν, κοινωνικήν, θρησκευτικήν και ηθικήν σεσηπυίαν της πόλεως δομήν. Τουτέστιν ίνα ποιητής τις εις μίαν πόλην έλξει της φαιδράς της καθημερινότητος την προσοχήν, απαραιτήτως δέον (ραδίως ως εκ των άνω συμπεραίνεται) να μη τυγχάνει ων ποιητής. Όπερ, άλλωστε, συμβαίνει. Η ΕΥΤΥΧΙΑ Η ευτυχία είναι άπιαστο πουλί, πεζό, τρικάταρτο δε. Ίχνη απροσδιόριστα αφήνει όπου αδιάβατα διαβαίνει. Περιπολεί σε όρη αστείρευτα, σε θαλασσινά άνθη ανθεί, σε κόκκινες κορδέλλες μαλλιών ατροφικών δένει, πρόσωπα παιδικά αγκαλιάζει με χέρια ολάσπρα και αξεδιάλυτα. Ιππεύει καλοκαιρινές φεγγαραχτίδες και πόρπες χρυσών λυμένων ζωνών΄ διαστέλλει φανταστικές ονειροπολήσεις και κόρες γαλανών ματιών ιριδίζουσες. Προκαλούσα, συμπτύσσει και εκπτύσσει σκέλη άτριχα΄ καμμιά φορά πετιέται με το κομμένο νύχι. Η ευτυχία-σαρκαστική αντιλόπη ασπαίρουσα κάτω από το ανοιχτό εγγίζον στόμα πεινώντος λέοντος. Στο πάτωμα έρπει ανεβαίνει στα μισάνοιχτα συρτάρια και χώνεται μέσα στα κρύα εσώρρουχα΄ φεύγει λίγο πριν αυτά φορεθούν. Σε αδιάφθορα πελάγη αδιάφθορη και κενή ταξιδεύει αναμεσίς αφρού και πρώτου κύματος. Η ευτυχία-κώδων ηχών κάτω από εκατόν πενηντατρία βαμβακερά στιλπνά στρώματα. Στου ευκαλύπτου τη ρίζα γαντζώνεται και προχωρεί μαζί της μέχρι το υπόγειο ναμα. Στο χι της χαράς σταυρώνεται εξιλαστήριο θύμα απρόθυμο. Η ευτυχία- ατέρμων κοχλίας παραπλανητικός. ΩΧΡΟΝ Με μία λέξη να πει όσα χίλια της Άνοιξης ανθίσματα λένε- να το καθήκον του ποιητή. Μα πώς το ρυθμό της αυτός θα συγκρατούσε,αν όταν στη μακριάν αναμονή του βυθισμένος βρισκόταν, δεν έντυνε το νόημά της με την πίστη του για το Ανύποπτο που στην υπαρξη ωχρόν θα τον εκόμιζε; ΤΑ ΕΥΩΔΗ Απ’ αυτές φτιαγμένοι για παιχνίδι τους. Και μας παίζουν. Και γελούν μαζί μας. Και το μεγάλο βουβό κύμα ιππεύοντας,μάς φτάνουν όσο μακριά κι αν, από τη θέα τους πάμε. Αν ήμασταν ανέμελοι παιχνιδιστές και αν την παλιά ελπίδα δεν ξανανιώναμε με κάθε νέο κύτταγμά τους,σαν όπως η σαπίλα με κάθε καινούργιο θάνατό μας ξανανιώνει, ω! ευφρόσυνα τότε θα δεχόμασταν τα μικρά σαν χάδια,χτυπήματά τους στις παρειές, και τη βελόνα που κάθε τόσο μας τρυπούν να δουν αν αιστανόμαστε. Και θα φορούσαμε μάλιστα μανδύες βαθυέρυθρους να μας ξεχώριζαν μες στ’ άλλα- τα ευώδη αθύρματά τους. ΕΝΑ ΚΡΥΦΟ… Οι φλέβες στα πόδια του ξαδέρφου μου του φεγγαριού το κόκκινο γαρύφαλλο στο πέτο του η επιείκεια στη ματιά του όλα γνώριμα… Ο έρωτας της πέτρας και του ρυακιού το υγρό αγκάλιασμά τους η αιώνια-ακατάλυτη ψυχή του ήλιου μες στο έλατο όλα οικεία… Όμως ας είμαι μια παραφυάδα της νύχτας μόνο΄ ας είμαι ο ήχος του ραβδιού που μες στα χέρια μου κρατώ ανεβαίνοντας καθώς αυτό χτυπάει σε κάθε βήμα μου στις πέτρες΄ ας είμαι το στραφτάλισμα των φύλλων μες στα δέντρα, καθώς οδεύω πρέπει να σταθώ στη βρύση, να γευτώ λίγο νερό, να δώσω μια με το ραβδί σε κείνο τ’ αγριόχορτο, κι αφού απ’ του δέντρου τον κορμό κόψω παχιά μια φλούδα κι ενώ θα τη σκαλίζω πρέπει να πω μέσα στ’ αυτί της ερημιάς τα λόγια που οφείλω τα λόγια που θα έλεγα αν είχα ένα κρυφό…ένα όμορφο… κάτι για να μ’ ακούσει… ΑΣ ΜΗ ΤΟΝ ΛΕΜΕ Κύμα του ωκεανού Κόσμος κι ο ποιητής δεν είναι; Νεύρο του όλου Οργανισμού δεν είναι; Και δεν πληγώνεται κι αυτός όταν πληγώνεται η ελευθερία; Κι όταν τρυπάει τις σάρκες η κακονομία και το σώμα όλο τραντάζεται απ’ τους σπασμούς του πόνου, ο ποιητής ότι δε νιώθει πώς θα καμωνόνταν; Και ποιος όταν πονάει, για παιχνίδια όρεξη βρίσκει και για στόμφους και για σαλιαρίσματα; Όποιος μαλύβι και χαρτί κρατεί και για τους φαύλους ξεπάστρεμα κακό δεν ξεσηκώνει ας μη τον λέμε αυτόν καλλίτερα ποιητή. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΙ Φωτιγραφίζονται. Αποτυπώνουν στο χαρτί το είδωλό τους. Ποιο θα διαρκέσει πιο πολύ-αυτοί ή εκείνο; Κι όποιο διαρκέσει μια μέρα και τα δυο δε θα χαθούνε; Ή μη χαμένα ειν’ από τώρα και τίποτε δεν μπήκε σε χαρτί και τιποτε δε βρίσκονταν στην κάμερα αντικρύ που ομορφα και προσεκτικά τηνε κρατούσε κορίτσι ένα με γαλάζια μπλούζα με μαύρο σορτ και με σανδάλια γκρι που όλο πίσω βάδιζε ώσπου όλους η οθόνη να χωρέσει; Φωτογραφίζονται Χωρίς να υπάρχουν. Ίσα μόνο αυτό το ποίημα για να γραφτεί την πρώτη Αυγούστου δυο χιλιάδες τέσσερα καθώς στο STARBUCHS COFFEE σ’ ένα τραπέζι καθιστός κάποιαν-που πάντοτε αργούσε να ’ρθει- κάποιος επερίμενε. Ίσα μόνο τούτο το ποίημα για να γραφτεί κι αχάλαστο να μείνει στους αιώνες των αιώνων καθώς η ιδέα της τρικυμίας μένει και πάνω απ’ τη γαλήνια θάλασσα χωρίς παμό κι αχάλαστα πλανιέται. ΚΥΤΤΑΖΟΝΤΑΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ Ο μεγάλος ζωγράφος μ’ έναν πίνακά του. Ε και λοιπόν; Και το παιδί με μια γραμμή στην άμμο. Και ο βοσκός χτυπώντας με τη ράβδο του το χώμα. Ο μεγάλος ποιητής μ’ ένα του ποίημα. Ε και λοιπόν; Και ο μονάχος μ’ ένα ω. Και το κορίτσι μ’ ένα ε. Και το κλαδάκι μ’ ένα κρακ. ΑΝΑΘΕΣΕΙΣ Για να ’χει το μυαλό της καθαρό και να μπορεί ν’ απολογείται ανάθεσε την αγωνία στα χέρια της. Εκείνα δίπλωναν,συσφίγγονταν,συστρέφονταν, τρίβονταν το ’να στ’ άλλο, τα δάχτυλά τους ανακάτωναν, πονούσαν. Και η ομιλία στο φακό μπροστά τελείωσεν επιτυχώς, αφου αυτός διόλου τα χέρια της δεν έδειξε. ΕΥΘΥΝΗ Ακούω καθώς ο αέρας δίπλα σου περνά παράξενα να ηχείς και μακρινά. Και ο ήχος σου στα πράγματα διαχύνεται όλα και τα δονεί σαν η ψυχή τους να είναι. Και εδώ ένα γέλιο, εκεί μια κουβέντα, μικρές συντροφιές όπως σε δεξίωση. Και συ δίνεις σε όλους πλάτεμα και υπομονή για να μπορέσεις ύστερα μέσα τους, κουρασμένη,να ξαποστάσεις-σ’ έν’ αστέρι, σε μια φωλιά,σ’ ένα πράσινο χωράφι νιόσπαρτο. Στους ήχους όλους ο ήχος σου νόημα δίνει, όπως τα πόδια στον πέτρινο δρόμο που πριν από αιώνες φτιάχτηκε και ως την κορφή του λουλουδιασμένου λόφου οδηγεί. ΟΜΦΑΛΗ Τον εβαρέθηκε- τον εσιχάθηκε στα πόδια της να τρίβεται άντρας αυτός,που τόσα είχε κάνει κατορθώματα. Κι αναρωτιέται,γιατί ο έρωτας άλλο παρά,μία σκλαβιά να μην είναι. Το σανδάλι της ελαφρά κινεί κι εκείνος τρέμει μη κι έπαθε η κυρά του κάτι, και στα μάτια υποτακτικά τη βλέπει΄ από βαθιά πολύ έρχεται η λαχταρισμένη του ματιά και την υψηλή δική της ανήσυχη αποζητά. Τη ρόκα του ωθεί εκείνη,ενοχλημένη και «γνέθε σκλάβε!»,του πετά. Ελαφρά ύστερα κοιμάται στου μεσημεριού μέσα το γλυκοκάρωμα νανουρισμένη απ’ τον μονότονο και αλαφρόν του γνέσιμου ρυθμό. Κι όταν ξυπνάει, βαριά ηδονή γεμάτη, σαν ζαλισμένη τα χέρια της χτυπά και τις δούλες της βραχνά προστάζει: «φέρτε τον μέσα!» ενώ για το κρεββάτι της τραβά. ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ Σα ρόδι άνοιξεν η γη κι εν’ άρμα εβγήκε με τέχνην έξοχη φτιαγμένο απ’ τους τεχνίτες που χρόνια διάθεσαν δουλειάς άλλο αφού τίποτα εκεί δεν κάνουν. Στη γη ακούμπησαν οι ρόδες οι χρυσές και τ’ αργυροπεταλωμένα τ’ άλογά του,τόσο μόνον όσο χρειάστηκε ο ηνίοχος,απ’ τον καρπό του δεξιού της του χεριού να την αδράξει και δίπλα του στο άρμα πάνω να τη βάλει.. Αυτή,σαν είδε πάνω τους να κλείνει η γη και στο απόλυτο σκοτάδι μέσα όταν εβρέθηκε, φόβο ένιωσε μεγαλον τόσο,που την έσπρωξε στου μόνου δυνατού που ήξερε εκεί κάτω τη θέληση και την ανάσα καταφύφιο να ’βρει. ΘΗΣΕΑΣ Επειδή όχι τα πόδια του,μα το χέρι τον έσπρωχνε, απαλά,της Αριάδνης,γι αυτό θαρρετά τόσο το τέρας ο Θησέας πλησίαζε-όπως αυτός που ξέρει πως κάποιος ενδιαφέρεται για κείνον και τον βοηθά. Γιατί,όπλα δεν είχε άλλα, πάρεξ τον μίτο και τα χέρια του. Και γρήγορα στο θηρίο έφτασε. Με θάρρος κατεπάνω του όλος ερίχτη και τα χέρια του το αδράχνουν… Αλλού κυττώντας το κεφάλι του,το σώμα αλλού, Κείτεται τέλος νικημένο το θηρίο. Τα μάτια του για λίγο ανοίγει, προτού για πάντοτε του κλείσουν. Μεθυσμένος στο φως ο Θησέας τραβάει, όπου κάποια τον επερίμενε γυναίκα. Γυρίζοντας μπορεί σε κάποιο να την άφηνε νησί… Ο ΑΙΝΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ Μπαίνοντας στο σπήλαιο,που στον Άδη ο τυλιγμένος με σκοτάδι δρόμος του μέσα από φρίκη και νεκρούς τούς οδηγούσε, ο Αινείας και η Σίβυλλα ερίγησαν. Μα έπρεπε η Ρώμη να χτιστεί, και μόνον ο Αγχίσης εδυνόταν που από καιρό είχε στον Άδη πάει συμβουλές για το χτίσιμο να δώσει. Και πιο πολύ το βάρος ένιωσε ο Αινείας της άγνωστης σ’ αυτόν ακόμα αποστολής του όταν,στα πλάτια τα χρυσά των Ηλυσίων τα πλήθη τα μελλοντικά είδε των Ρωμαίων καθώς τ’ αυγά μες στην κοιλιά γόνιμης κόττας τη γέννησή τους αναμένοντας,να συνωθούνται. Ο ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ Ανέμελε,αγνέ κολυμβητή της ήρεμης ακτής του Κόσμου και της Θάλασσας,χωρίς ούτε των τεράτων το φόβο,ούτε των κυμάτων το ψυχοφθόρο άγγιγμα! Καρίνες εκεί δεν έρχονται,και με μικρά ψάρια μικρός εσύ και ολιγαρκής,τρέφεσαι. Τρικυμίες,δίνης ρεύματα,ναυάγια δε γνωρίζεις. Η ζωή δίπλα σου γλυκειά Γοργόνα ερωμένη σου. Καθαρόν αέρα μόνον αναπνέεις. Οι δύτες και οι ποντοπόροι και οι θαλασσόλυκοι,μιμητές σου σε φανταστικές αρμύρες κυματόπνιχτες. Ανέμελε,αγνέ κολυμβητή,το νερό όπως καρπός τον σπόρο του σε κρατεί- μυστικόν και πολύτιμον και ελπιδοφόρον. ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ Ένα ψάρι τώρα πολύχρωμο,ένα σπιτάκι ύστερα, ένα λουλούδι,απλά,γρήγορα και απαλά, με μικρές,λεπτές κινήσεις ζωγραφίζει. Να ζωγράφιζε κανείς έτσι ένα νέον κόσμο και να μη καμμιά γραμμή αγωνίας χαράξει, καμμιά γωνία τρόμου,κανένα κενό του με μοναξιά να μην πληρώσει. Και έτσι να τον αφήσει ζωγραφιστόν. Και άνθρωπο μέσα του να μη κανέναν σχηματίσει-έτσι, σα μιαν αιώνια ομορφια. ΠΟΛΥ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ… Θυμόμαστε πολύ Κύριε. Λιγόστεψε τα κύτταρα της μνήμης μας και διάγραψε κάποιες σκηνές από το έργο της ζωής μας- κάποια κακά που εκάμαμε ή μας έκαναν, κάποιες απόπειρες την ευτυχία να βρούμε (που τόσο νιώθουμε γελοίοι στη θύμησή τους). Κύριε, πολύ εγέλασες μαζί μας. Δώσε στη λήθη τα μαρτύρια τις λοιδωρίες την ταπείνωση. Πολύ θυμόμαστε Κύριε. ΤΟΥ ΚΡΕΒΒΑΤΙΟΥ ΤΟ ΒΗΤΑ Πάντοτε με διορθώνουν- οι ανόητοι- πως το κρεββάτι μ’ ένα βήτα γράφεται. Δεν είναι βέβαια ποιητές. Αν ήταν,θα ’ξεραν πως άδειο το κρεββάτι μ’ ένα βήτα είναι, όπως με μόνο αυτούς επάνω του. Το δεύτερο το βήτα ειν’ η γυναίκα. ΒΑΣΙΛΕΑΣ Την πέτρα αυτή αν χρυσάφι ονομάσεις είναι χρυσάφι,αν με αξιοπρέπεια στο μέτωπό σου σαν διαμάντι σπάνιο τη φορέσεις. Αρκεί στις ειρωνίες να μην κιοτέψεις και μη στα γέλια με ντροπή αποκριθείς, μόνο να στέκεις όμορφα βαλμένος και μεγαλοπρεπής ως βασιλέας. Τότε,κάποιος,που ξαφνικά θα καταλάβει, με σεβασμό μπροστά σου θα υποκλιθεί. Και ύστερα θα τον ακολουθήσουν ένας ένας οι άλλοι όλοι- πια θα είσαι βασιλιάς. ΝΑΥΑΓΟΣ Είναι ναυαγός. Γεννήθηκε ναυαγός. Κι ολοζωής μηνύματα στέλνει σε μπουκάλια μέσα προειδοποιώντας: «μην πλησιάζετε». ΞΕΡΟΝΤΑΣ Αύριο,λέγανε. Όμως το αύριο δεν έρχονταν ποτέ. Μόνο τα χτες έρχόνταν το ’να ύστερ’ από τ’ άλλο όλο και πιο πυκνά όλο πιο κοντινά τόσο που δεν τα προλαβαίνανε όπως οι εργάτριες στα εργοστάσια της ζαχαροπλαστικής δεν προλαβαίνουν με χρυσόχαρτο να ντύσουνε τα όλο και πιο γρήγορα που στέλνει η μηχανή σοκολατάκια. Διάφορες αλχημείες δοκιμάσανε. Να πούνε χτες το αύριο, να σβύσουνε τις νύχτες απ’ το χτες μικραίνοντάς το, να προχωρήσουνε πιο γρήγορα… Όλα δειχτήκανε ανώφελα. Και τώρα τα χτες τούς φτάσανε ως το λαιμό και μόλις προλαβαίνουνε να πούνε ό,τι ακόμα είναι να ειπωθεί ξέροντας όμως τώρα πια πως αύριο δεν υπάρχει. ΑΛΛΑ ΣΥΜΠΑΝΤΑ Δώδεκα ο μήνας. Ετοίμασε Θεέ το δεκατρία και στείλτο με την αυριανή αποστολή στον κόσμο. Πρέπει να κανονίζουμε τις δουλειές μας. Αύριο το γραμμάτιο,χτες το δικαστήριο, στις τριανταμία ,παραμονή πρωτοχρονιάς το δέντρο και τα δώρα. Να μετράμε τις ημέρες μας πρέπει. Και την τελευταία ημέρα μας τον ήλιο μέσα στην τελευταία θάλασσά μας σβύσε και το χνώτο της τελευταίας μας αναπνοής ακολουθώντας σύρσου και συ μαζί μας στο χαμό. Κι ύστερα φτιάχνουμε Θεούς άλλους εμείς κι άλλες δημιουργίες κι άλλα σύμπαντα- ξέρουμε πια… Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΟΥ ΦΥΤΑΛΗ Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας Όπως τον έκαμε ο Φυτάλης: καλόν,ολύμπιον,άλκιμόν τε. Έτσι τον θέλαμε. Να βλέπει όχι στα καράβια κι ούτε δαυλό στο χέρι να κρατεί αλλά ψηλά και μακριά να βλέπει και με μιαν άλληνε φωτιά όχι τους τούρκους μα τα πνεύματα να φλέγει. Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας- μια σερνικήν Ελλάδα. ΖΩΓΡΑΦΟΣ Αν ήμουνα ζωγράφος θα ζωγράφιζα την πέτρα με φτερά τη Λέξη στο θρονί του όντως όντος και το Θεό υποπόδιο των ποδών μας. Τη γη μία κηλίδα σε φωτός πελάγη το δέντρο σαν καρπό,και την ελπίδα σα βρώμικη κι αισχρή γρηά μια πόρνη. Θα ιχνογραφούσα με γραμμές περίοπτες το βέλασμα του αρνιού το τελευταίο πριν τη σφαγή, στη θέση της ψυχής θα έβαζα ένα σώμα και θ’ απεικόνιζα μ’ εν’ άγραφο χαρτί- και θα ’τανε πολύ και το χαρτί- την αγάπη. Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙ Ο άντρας πρέπει να ζει-πάει να πει πρέπει να ’χει μια γυναίκα. Ο άντρας πρέπει να προσεύχεται-πάει να πει πρέπει μια φορά την ημέρα να οσφραίνεται γυναικείο άρωμα. Ο άντρας πρέπει να υποψιάζεται την Πρώτη Αιτία- πάει να πει πρέπει ν’ ακούει μια γυναικεία φωνή να του λέει: «πού πάς» ή ας πούμε: «άργησες απόψε!». Ο άντρας πρέπει από καιρό σε καιρό να νιώθει πως υπάρχει-πάει να πει να βλέπει κρεμασμένα γυναικεία ρούχα στην κρεμάστρα του χωλ. Ο άντρας πρέπει κάθε τόσο να ψηλαφάει ένα κορμί αλλιώτικο από το δικό του- αλλιώς και τι να το ’κανε το χέρι. ΣΤΕΝΟΤΗΣ Σαν τα πράγματα να εμεγάλωσαν στο δωμάτιό του μέσα. Κάνει το χέρι του ν’ απλώσει και σκοντάφτει αυτό στου τραπεζιού τον κύκλο. Το μέταλλο της σόμπας του ποδιού του το άπλωμα περιορίζει. Τα μικρά πράγματα,που όλα τού έχουν απαραίτητα γίνει με δυσκολία τώρα τα βρίσκει΄ κι ο ίδιος ο εαυτός του χώρο τού κλέβει. Και σ’ όλα πάνω τα πράγματα μια σκόνη-κι όχι που τον ενοχλεί μα το χώρο της κι εκείνη απαιτεί. ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ Το κύπελλο πάνω στέκει στο στρογγυλό τραπέζι. Και καθόλου στη σκέψη του δεν έχει πώς να κινηθεί ή πώς,ίσως,να σπάσει. Και σε όνομα δεν ακούει-δοχείο ή τάσι,ή τσάσκα,ή ποτήρι. Κόσμοι μέσα του βοούν και σφύζουν και το δονούν, έτσι σφιχτά καθώς ο ποιητής του πιεσμένους τους διαμόρφωσε και συμμετρικούς. Μα δε γνιάζεται γι αυτούς και μόνη του φροντίδα έτσι που-αν και άθελά του- καθορισμένο υπάρχει, είναι το σχήμα του σε ο,τι μέσα του χυθεί απαραιτήτως να δώσει. Δίνει και παίρνει έτσι το μερίδιο της πραγματικότητας που,προσωρινά βέβαια μόνον υπηρετεί κι εξουσιάζει. ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ Όπως στο παζάρι βλέπεις μια μέρα κάποια μαυρομμάτα,που ανάμεσα σε φρούτα και λαχανικά σ’ ένα τελλάρο πάνω καθισμένη,ψωμιού κρατεί κομμάτι και ανέμελα,και φυσικά,και σίγουρη πολύ το τρώει, και δίπλα ο άντρας της τα φρούτα διαλαλεί,και ξάφνω,τόσο γυναίκα καθενός να είναι μοιάζει,που και δική σου γίνεται,και πια την πλησιάζεις και την παίρνεις- κι ούτε την πλησιάζεις,την καλείς μόνο- και κείνη έρχεται λέγοντας «πεινάς;»,και τείνοντας σου λίγο να δαγκώσεις,και πάτε σπίτι,και το Σαββατοκύριακο μαζί χαρούμενα περνάτε,κι ύστερα γυρίζει στη θέση της αυτή και στη δική σου εσύ,έτσι και η ποίηση άλλων,δική σου τόσο κάποτε τη νιώθεις,που, σαν να σού ανήκει,κοντά σου για μέρες λίγες την κρατάς. Η ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΣΟΜΠΑ Φτιαγμένη από μέταλλο γυαλιστερό, με πλέγμα προστατευτικό της ασφάλειάς μας και της υψηλοφροσύνης της, δεν ενοχλείται παρά μόνον από τούτο,πως ευθύς- όταν δεν τη χρειαζονται-τη σβύνουν. Κι αυτό σαν διάλειμμα να το ’δει δεν συγκατανεύει, της εργασίας της. Γιατί για κείνην εργασία δεν είναι η λίγη ζεστασιά που δίνει,παρά ιερή στου ήλιου την αξία και τη θερμότητα συμμετοχή. Και με τον διακόπτη της που την ορίζει,αυτή, που μόνον αυτοδυναμία ποθεί, τελείως ποτέ δε συμβιβάζεται. Γι αυτό και γρήγορα, με μία μεγαλόπρεπη έκλαμψη,σα μιαν επίδειξη πρώτη και ύστατη της δύναμής της,αυτοκτονεί. ΑΠΟΔΟΧΕΣ (είμαι ο ταδε, γενήθηκα εκεί, εκεί ανατράφηκα, εκεί πήγα σχολείο, λέγομαι έτσι ακριβώς, ο πατέρας μου ήταν… μέναμε στον… φύγαμε όταν… Ουφ! Αντί τέτια να εξηγείς κάθε που κάποιον ανταμώνεις ας παν οι γνωριμιές καλιά τους- η νύχτα τίποτα δε με ρωτά και ο αγέρας ως τον δέχομαι με δέχεται.) Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ Ω! Φωτεινή γραμμή! Που μες στο σκότιο δώμα μου το ίχνος σου αφήνεις σαν μια νότα απ’ τη μεγάλη συναυλία σαν μια πετρούλα απ’ την ατέλειωτη οροσειρά σαν ένα φύλλο απ’ το απέραντο το δάσος! Ω! Φωτεινή γραμμή! Δε θέλω εγώ δάσος κι οροσειρά και συναυλία. Αρκείς εσύ γραμμούλα φωτεινή που μες στο σκότιο δώμα μου το ίχνος σου αφήνεις- αρκείς εσύ γραμμούλα φωτεινή για να φλογίσεις τη μικρή ζωή μου. ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ… Ποιοι είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας; Που άνετα στο πίσω κάθισμα ενός ταξί κάθονται και «Ριτς Οτέλ!» διατάζουν; Ποιοι είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και μας φθείρουνε και μας τελειώνουν; Ποιοι είναι αυτοί οι πάντοτε χαρούμενοι και γελαστοί κύριοι που πάντοτε από κομψές κυρίες και δεσποινίδες συνοδεύονται; Ποιο είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι που ζουν με τη ζωή μας; ΝΤΕΛΑΚΡΟΥΑ-ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ Δεν ειν’ αυτή μετάληψη. Αυτή ’ναι ίδια η μάχη. Μια τέτια κίνηση…ο πίνακας σύγκορμος τραντάζεται΄ το λάβαρο λες ματωμένο κιόλας΄ πρόσωπα,βλέμματα,αεικίνητα,αδημονούντα… Αριστερά του Μπότσαρη η Ελλάδα. Το πρόσωπό της μόνο φαίνεται γεμάτο αγωνία κι αίσθηση και ταραχή, λες ότι γνιάζεται κι αυτή το τι θα κάνει ο Μάρκος (για την οικονομία του πίνακα μονάχα γιατί την ώρα εκείνη ο Μάρκος ήταν η Ελλάδα). ΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗ Τα ζώα εκκρίνουν θανατικό. Τα δέντρα διαπνέουν υδροκυάνιο. Το χώμα είναι σκόνη φαρμακερή κι ο ήλιος με τις ακτίνες του μάς σκοτώνει. Εμείς με ύφος γιορταστικό τον κόσμο μας υμνούμε τον σπάνιο τη γη ευγνωμονούμε την καρπερή και του φωτός λατρεύουμε την αγχόνη. Ο ΒΟΛΒΟΣ Περιμένοντας να βλαστήσω περπάτησα την κάτω από το χώμα γη. Με τα σκουλήκια εμίλησα και με τους τυφλοπόντικες και την υπομονή τους ντύθηκα. Να μελετώ έμαθα όπως παλιό βιβλίο τα οστά όλα.Τις άφωτες εσπούδασα ζωές των φυτικών παράσιτων και των flamingos και του σκοταδιού όλην επήρα τη δίψα του για ήλιο και για φως. Κι ό,τι επήρα κι έμαθα το γύρισα και το άλεσα- κι ό,τι επήρα κι έμαθα το γύρισα και το ’πλασα για να ’ρθω εγώ την Άνοιξη να φέρω στον απάνω κόσμο σας τα χρώματα όλα και τις ευωδιές. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΜΙΧΑΗΛ «Θέλω βασίλειον παρακοιμώμενον» είπε ο Μιχαήλ «ως πιστόν όντα… υπό πάντων ευφημείσθαι ως βασιλέα». «Βασιλεύς δε»,λέει το Χρονικό, «επληρούτο δακρύων…» «Και των σκήπτρων πεσόντων ως έθος» τον έστεψε συμβασιλέα. Λίγο αργότερα ο Βασίλειος εδολοφόνησε τον Μιχαήλ. Κι αφού ήταν πια ο μόνος βασιλιάς το ελαφρυντικό βρέθηκε αμέσως: μεγάλο κάθαρμα ο Μιχαήλ… Μα ο Βασίλειος δεν εστάθηκε σ’αυτό΄ έχτισε μοναστήρια κι εκκλησίες τόσες που φτάναν γι άλλα δέκα εγκλήματα. «Εξιλασκόμενος τω θεώ» λέει ο Ζωναράς. ΕΙΣ ΚΥΡΙΑΝ ΔΥΣΠΕΠΤΙΚΗΝ Δεν ξέρετε τι να κάνετε τα ποιήματά μου; Ω! Κυρία μου! να σας βοηθήσω γίνονται εξαίσια τσιγαριστά με λίγο σκόρδο και λεμονάκι. Μπορείτε επίσης να τα κάνετε ψητά στον φούρνο- κι έτσι καλά ειν’ επίσης, μόνο να τα κυττάζετε συχνά γιατί αρπάζουν εύκολα. Για γαρνίρα,πατάτες ή αρακάς. Λεπτομέρειες να μη σας πω- τις ξέρετε-διάβολε! κάτι θα ξέρετε κι εσείς. Λοιπόν καλή σας όρεξη κυρία μου΄ αν και πολύ γι αυτήν δεν αμφιβάλλω- εκείνο που οπωσδήποτε θα πρέπει όμως να σας ευχηθώ είναι καλή σας χώνεψη κυρία μου. ΑΥΤΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ… Ένα σημάδι στο λευκό λαιμό.. το δεξιό της μάτι μαυρισμένο… Πρέπει να τονε διώξει τον αλήτη. Πρέπει ν’ απαλλαγεί. Μόνο τα μάτια του ας μην είχανε αυτό το χρώμα… Μαύρα ειν’ ακόμα τα πλευρά της και ο τρυφερός γλουτός σε κάθε βήμα την πονεί. Τα χέρια του χτυπούν παντού όταν θυμώνει κι απ’ τις φωνές του σειέται η γειτονιά. Τι λόγια πίστης και υποτακτικά τι παρακάλια δεν του κάνει΄ κι ούτε φωνή δε βγάζει όταν τη χτυπά- της το ’χει απαγορέψει. Μα τίποτε αυτόνε δεν τον σταματά λες κι η σιωπή της τον εξαγριώνει. Ω! και τι δρόμο θα ’χε πάρει τώρα αν δεν την αγκαλιάζανε αυτά τα χέρια με οσην τέχνη τη χτυπούν… Το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού της σπασμένο απ’ το μεγάλο μακελλειό ’δω και τρεις μήνες. Για τα καλά είχε πάρει τότε την απόφαση του χωρισμού. Και θα την κράταγε και τότε. …Αυτά τα ματια να μην ήταν μόνο… τα μελιά… ΕΜΠΡΟΣ!.. Εμπρός! Στα κουπιά! Να φύγουμε! Να ξανοιχτούμε! Ν’ αρμενίσουμε! Πάντα υπάρχει ελπίδα να μας εβρεί μια τρικυμία που θα σπάσει του καραβιού τα ξάρτια και θα σκίσει τα πανιά. Που το τιμόνι μας θα κομματιάσει και το καράβι θα τσακίσει πάνω σε κάποιους βράχους άγνωστους. Κι αν θα γλιτώσουμε ίσως να βρούμε εκεί τις μέρες που δεν είχαμε ποτέ μας και τη ζωή που μέχρι τώρα μόνον εποθούσαμε χωρίς και να τη ζήσουμε ποτέ. ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΤΕ Από το καλάθι σας τίποτα δεν πήρα. Τίποτα δε σας χρωστώ. Από τα κίτρινα φύλλα που το φθινόπωρο πάνω σας εσώριασε,μόνον,σας απάλλαξα. Τα μηδενικά σας πήρα,έναν άξονα μέσα τους επέρασα,και πάνω στις ρόδες του το αμάξι της ποίησής μου στερέωσα, να τρέχει σαν κυνηγημένο ελάφι μέσα στο δάσος της αγνοίας σας που μάτια δεν έχετε να τη δείτε, γιατί στη θέση τους χάντρες βρίσκονται και συντροφιά η μια με την άλλη κάνει όπως ‘Ελλειψη με Έλλειψη συντροφιά κάνουν. ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Και που γράφουμε στίχους τι; Και ποιητές αν μας λένε τι σημαίνει; Από τους άλλους διαφέρουμε γι αυτό; Μη και για μας κληρονομιά το σκοτάδι δε θα ’ναι; Και που νώθουμε όταν οι άλλοι αναίσθητοι στα μηνύματα είναι, και που πλάθουμε στίχους,στη σειρά αραδιαζοντας κόσμους,θεούς,ψυχές, φαντάσματα κι αυτά δεν είναι, που μέσα σε θάλασσες από λέξεις, λέξεις κι αυτά όλα,κολυμπάν; Και με τις λέξεις άλλο τι,κανείς να κάνει μπορεί παρά να δείχνει την αδυναμία του να εκφραστεί; ΓΛΥΚΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝΕ Μέσα στην ησυχία θόρυβοι κάτι αλαφροί έρχονται απ’ τον καφφέ του. Μπορεί να πει πως κάποιος δαίμονας εμπήκε στο φλυτζάνι του και κει ότι τα μάγια του δουλεύει. Και αυτό καλά θα ταίριαζε με τις μαγείες του καφφέ. Και λέγοντάς το από το απίστευτο θα ξέφευγε να πει ότι το θρο της διάχυσης της ζάχαρης ακούει που στο πικρό μέσα διαλύεται υγρό. Απίστευτο για κείνον όχι-γιατί αυτός φορές πολλές μες στη σιωπή της μοναξιάς τους ήχους τους λεπτούς ακούει καθώς αυτή μες στην πικρή γλυκαινοντάς τηνε διαλύεται ζωή του. ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ Όταν,περνώντας το στενό στόμιο στην ευρυχωρία βρέθηκαν γύρω απλώθηκαν. Μερικοί ένα ξύλο κάρφωσαν, χορδές του ’βάλαν. Άλλοι εζύμωναν,ψαρεύαν. Κλωστές άλλοι ταιριάζανε βότανα εδιάλεγαν,σπίτια χτίζανε… Τέλος καθένας κάτι όριζε και ψηλά,σα λάβαρο το σήκωνε ή σαν θυρεό ή σα θεωρία ή σαν σώζουσα πίστη. Κι έτσι όλο προχωρώντας ευωχούμενοι και πλατυνόμενοι, μπροστά στο στενό στόμιο πάλι βρέθηκαν. Και καθώς πίσω έρχονταν άλλοι ανεμίζοντας πανιά και άτρομα βαδίζοντας, και καθως πίσω να γυρίσουν δεν μπορούσαν, χώθηκαν πάλι μες στο στόμιο το στενό συμπυκνωνόμενοι. ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ Να γράψεις ένα γράμμα και με ήσυχες προσεκτικές κινήσεις να το κλείσεις στο φάκελλο,που απορεί γιατί ξέρει- παραλήπτης δεν υπάρχει. Να γράψεις ένα γράμμα με της ψυχής σου όλα τα κρυφά και τα μεγάλα εντός του. Κι όταν τελειώσεις και το φάκελλο σφραγίσεις να τονε ρίξεις στη φωτιά με μια συνηθισμένη κίνηση και να τον βλέπεις ήσυχα να καίγεται και σαν νωχελικά λικνίζοντας ο αέρας τον καπνό του… Και αύριο κει που θα κάθεσαι μονάχος και η ώρα καθόλου δε θα έχει περάσει να σκεφτείς: «πρέπει να γράψω ένα γράμμα». Και να πάρεις πέννα και χαρτί και,σαν ποτέ να μην ξανάγραψες να γράψεις. ΛΕΜΕ Λέμε «το κερί καίει» χωρίς να ξέρουμε τι θα πει «καίει». Λέμε «ο πατέρας πέθανε» χωρίς να ξέρουμε τι θα πει «πέθανε». Μόνο τριγυρίζουμε καρφώνοντας το βλέμμα σε πλούσια ντεκολτέ και σε γάμπες μισόγυμνες και ιλαρές και κάτι μάτια προσκυνάμε χωρίς ανταπόδοση. ΜΑΣΣΑ η Μάσσα κείται στο ψυχρό χώμα το άνθος κόπηκε η πηγή στέρεψε το τραγούδι σταμάτησε η Μάσσα κείται στο ψυχρό χώμα το μαχαίρι άστραψε στον αέρα το μαχαίρι χτύπησε στην καρδιά το μαχαίρι δίπλα της πεσμένο η Μάσσα κείται στο ψυχρό χώμα η Μάσσα επρόδωσε η Μάσσα επλήρωσε η Μάσσα δίκαια κείται στο ψυχρό χώμα ΓΙΑ ΠΟΛΤΟΠΟΙΗΣΗ Κι όταν πεθάνουμε τα χρόνια πώς θα φύγουν από μέσα μας; Οι τόσες μέρες που στους πόρους της ζωής μας έχουν σωρευτεί πώς μάς αφήνουν; Οι ώρες που στριμώχνονται κάτω από το δέρμα μας επιτακτικές, που στροβιλίζονται σε κάθε κίνησή μας περιττή- αυτές οι ώρες από πάνω μας πώς φεύγουν, σαν έχουν πάψει πια να μας μετράνε; Μόνο για το τελευταίο δευτερόλεπτο ξέρουμε: σαν η σειρά του έρθει να ’μπει το πόδι απλώνει λίγο κυττάζει δεξιά κι αριστερά καταλαβαίνει ξαφνικά και πανικόβλητο απομακρύνεται (αμέσως βρίσκει άλλη σειρά μπαίνει στο τέλος της και αναμένει) Εμείς στο μεταξύ όταν το δούμε ανέκκλητα να φεύγει καλά σφαλίζουμε την πόρτα κι έτσι όπως είμαστε γεμάτοι και σαν τυμπανιαίοι από χρόνο σεσηπότα πηδάμε στη λεκάνη τη λευκή για πολτοποίηση. ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ Στο κελλί όπου κλεισμένος είσαι υπάρχει μυστική μια πόρτα που ανοίγοντας σε δίνει έξω στων Πραγμάτων τον κόσμο. Υπάρχει μια πόρτα. Μπορεί σκέφτεσαι κάποιο κουμπί να την ανοίγει. Ή πάλι να προσμένει μία λέξη ν’ ακούσει,και συντρίμμια στη δόνηση που εκείνη θα της φέρει να σωριαστεί. Και σηκώνεσαι και τον τοίχο ψηλαφάς και λέξεις μαγικές ζητάς. Όμως μόνο ακινησία και σιωπή αν γίνεις η πόρτα όχι μόνο,μα και οι τοίχοι θα γκρεμιστούν και όλα φως τότε και ζωή θα είναι. ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ «Ό,τι μου έδωσαν εκατομμύρια χρόνια μου το στερούν αυτοί.Είναι εκείνοι μεγαλύτεροι απ’ τον Καιρό ή είναι ο ίδιος ο Καιρός που εντύθηκε για σάρκα τη συμπυκνωμένη διάρκεια, για απόφαση το Μέλλον και,με δικαίωμα πια, μ’ έκλεισε ’δω μέσα;» ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ-ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ 7 ΠΡΟΣ 8-9-99 Σαν όχι οι ουρανοί ν’ ανοίξανε,αλλά η γη και θέρμη γέμισε και μαυρίλα ο αέρας. Και τα σύννεφα είναι καπνοί του Άδη που με δάκρυα πεθαμένων βρέχουν. Και το νερό σε ξυπνάει σαν κάποιος να ποτίζει τον κήπο του ξαγρυπνώντας. Και μεριάζεις την κουρτίνα στο παράθυρο και άνθρωπος δεν είναι ούτε θεός. Βροχή μόνο. Κι ένα μολυβί χρώμα γύρω που τα πράγματα όλα νεκρά κάνει. Και πια δεν ακούς την τετράχορδη συμφωνία της καρέκλας ή τον μονόλογο του τραπεζιού και η τόση σιωπή νεκροταφείο θυμίζει και φοβάσαι,και μηχανικά τον σταυρό σου κάνεις ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΑΙ ΑΡΙΑΔΝΗ Ενώ αυτή ακίνητη σαν μαρμαρωμένη έβλεπε, η ανέραστη θεά,με κινήσεις αργές,θεϊκές, το τόξο της τέντωσε,και στο στήθος πληγή της άνοιξε. Το βέλος στα νωπά που ακόμα Μινώταυρο εμύριζαν χάδια,βούλιαξε πρώτα,ύστερα το θώρακα σαν φύλλο δάφνης διαπέρασε,και στο σιωπηλό έριξε χάος την Ερωτευμένη. Και η θεά στην ορθοφροσύνη της επήγε. Ως για τη νεκρή,σε μάρμαρα διαχύθηκε λευκά,που σε λίγο κιόλας τη μορφή της θα απεικόνιζαν θαμπή και παραδομένη σε ο,τι γνώριμο είναι σε όλους,αλλά πιότερο σε νεκρούς που τόσο τους αρμόζει, χαρίζεται. ΔΙΨΩΝΤΑΣ «Κλείσε το φως!»,ακούστηκε. Το φως δεν ήταν ανοιχτό. Εκείνος όμως μια κίνηση προς τον διακόπτη έκανε. Γέλασε με το πάθημά του. Κύτταξε στο μέρος απ’ όπου ήρθε η φωνή… Κανένας. Διπλά λοιπόν γελάστηκε. Τα σκοτεινά των καιρών γυρίσματα δημιουργούν τέτιες ακατανόητες καταστάσεις. Ακατανόητες για κείνους που πίσω από τα αίτια λαχανιασμένα τρέχουνε αποτελέσματα διψώντας,γιατί αλλιώς να εννοήσουν τη ζωή αδυνατούν – γι αυτούς όταν ακούγεται μία φωνή να έχει μιλήσει κάποιος πρέπει. ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ «Όμορφη που ’ναι η ζωή!»,λέει, τριγύρω κυττάζοντας΄ μα όταν μέσα του το βλέμμα στρέφει,σε ασχήμια η ομορφιά όλη γυρίζει. Και κουραστικές αυτές οι μεταπτώσεις είναι.,επειδή το έξω τις δικές του δουλείες χαλκεύει. Κι αν το έξω σαν το μόνο υπάρχον θεωρήσει τότε αυτός ανύπαρκτος αισθάνεται. Αν πάλι το αγνοήσει,τότε ευθύνες αλόγιστα μεγάλες αποδέχεται και αυτές κάτω από το βάρος τους τονε συνθλίβουν. Μελαγχολία τότε,απαισιοδοξία,απόγνωση τέλος,το διαλογιζόμενο δίποδο αλώνουν, που στο θάνατο άφευγα το οδηγούν.

  24. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Μάι. 28, 2008 @ 12:05:30

    # Γιώρος Χολιαστός
    Αγαπητέ με αιφνιδίασες.
    Αυτό δεν είναι σχόλιο!
    Εκτιμώ που θέλησες να αφήσεις τα ποιήματά σου στο μπλογκ μου.
    Θέλω κι εγώ όμως το χρόνο μου να τα διαβάσω με προσοχή.
    Πως ξέρεις όμως την απόφαση του Χρόνου;;;;!!!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: