παράπονο

ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Πέταξ’ ανθούς η κυδωνιά
χλόμιασε ο χειμώνας
τα ξύλα που δεν κάηκαν
μυρίζονται σκορπιούς.

Τώρα σαν βρέχει χαίρονται
της γης – που σκάνε -οι   σπόροι
κι ο ήλιος ξεδιάντροπα
δίνει φιλιά στα φύλλα.

Το χώμα – δες – σηκώνεται
σαν τον καφέ στο μπρίκι
και από κάτω βράζουνε
οι γλυκόπικροι  χυμοί.

Ο άνεμος φέρνει πουλιά.
Και στα δικά μας δέντρα
οι κοτσυφοί καθίσανε
να υποδεχτούνε φίλους.

Της  θάλασσας τα κύματα
– παίζουν με τα δελφίνια,
παίζουνε με τον άνεμο –
θαρρείς πως γίναν χέρια.

Μα που και που μπαλώματα
μέταλλο και τσιμέντο
σ΄ αρχαίων  δέντρων τη  φθορά
τόσες ζωές πνιγμένες.

Μα που και που κακιά σκουριά
στάζει από τα ταβάνια
κι όλοι της γης οι ελεύθεροι
γίνανε σταλαγμίτες.

Κι ένα πουλί σ’ ένα κλουβί
κάνει στον ήλιο τάμα
κι ένα πουλί , μικρό πουλί
κλαίει, λαλεί και λέει:

«Πέταξε ανθούς η κυδωνιά,
αφήστε με να πάω…»