βασανιστήρια

h-proseyxh-toy-poihth.jpg     ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ
Οι παλιοί ποιητές
βασάνιζαν τις λέξεις,
βασάνιζαν το στίχο,
ταλαιπωρούσαν ως και τα γράμματα.

Οι καινούριοι ποιητές
βασανίζουν τη ζωή τους,
βασανίζουν τη ζωή των άλλων,
ταλαιπωρούν ως και την αφόδευσή τους.

Αυτά είπα σ’ έναν ποιητή καινούριο
και τώρα βασανίζω το χώμα,
βασανίζω τα σκουλήκια,
ταλαιπωρώ ως και αυτούς που με πενθούν.

Advertisements

33 Σχόλια (+add yours?)

  1. Λάκης Θλιμμένος
    Απρ. 03, 2008 @ 01:12:25

    Μπα!! Βρήκες κάποιον καινούργιο ποιητή?? Ελπίζω να μην είναι από αυτούς, τους πολλούς, τους αυτοτιτλοφόρητους! (όπως λέμε αυτοκόλλητους)

    Καλό ξημέρωμα

  2. Μαρια Νικολαου
    Απρ. 03, 2008 @ 08:28:50

    Το ξερεις θαρρω αυτο που λενε…»έτσι ειναι αν ετσι νομιζεις’…
    Αυτο για το ποιημα σου..
    Οσο για μενα να σε ευχαριστησω πολυ για το θετικό σου σχόλιο στη σελιδα μου.
    Προτιμησα να απαντησω εδω για να μαι και σιγουρη πως θα το δεις.
    Εδω και ενα χρονο που εχω το μπλοκ μου το στυλ μου ηταν ενα και μοναδικο.
    Ερωτική ποιηση ελευθερη και σε εμμετρο στιχο.
    Την σκοτεινή ποιηση την εβγαζα καπου καπου σε καποια αλλα μπλοκς που ειχα συμμετοχηΕιναι κατι που μου αρεσει πολυ.
    Στο δικο μου μπλοκ εχω λιγοτερο απο μηνα που γραφω αυτο το ειδος.
    Ομως δεν σημαινει πως δεν κανω κι αλλα πράγματα.
    Αν πας στη σελιδα μου πανω δεξια εχει τρια links.
    Το πρωτο ειναι η σελιδα μου με τα λατρεμενα μου ΧΑΙΚΟΥ που γραφω μηνες τωρα και μαλιστα σε λιγες μερες περιμενω να βγει το πρωτο προσωπικο μου βιβλίο με αυτα .
    Στο δευτερο link ειναι η σελιδα της καθαρα ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ που εχω ξεκινησει και γραφω παλι εδω και μηνες μαζι με μια φιλη.
    Και το τρίτο link ειναι μια αγαπημενη μου σελιδα που εκει η ποιηση διαφερει..
    Ριξε μια ματια. Νομιζω πως αξιζει τον κοπο.
    Εγω χαιρομαι ιδιαιτερα με το σχολιο που μου αφησες και συγνωμη αν σε κουρασα εδω.
    Να σαι καλα και να γραφεις παντα με αυτες τις δυνατες σου λεξεις.
    Να χεις μια ομορφη μερα .

  3. φαίδρα φις
    Απρ. 03, 2008 @ 10:23:41

    αγαπημένε μου σολωμάντζαρε,διάβασα το καινούριο σου πόνημα που όπως ο ίδιος είπες αφορμήθηκε από μια συζήτηση περί κριτικής της ποίησης που είχαμε στο δικό μου μπλογκ,
    μου άρεσε αυτό που διάβασα,όμως έχω την εντύπωση ότι και οι παλιότεροι -όσο και οι σύγχρονοί μας ποιητές- «βασάνιζαν» τη ζωή τους με την έννοια ότι ταλαιπωρούσαν τα γραπτά τους-θα αναφέρω το παράδειγμα του Σολωμού με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους,(που ήταν και η πιο βασανιστική περίοδος της ζωής του)ένα ανάμεσα σε χιλιάδες παραδείγματα- επειδή ακριβώς η σκέψη τους ήταν περίπλοκη και αυτό ή εκπορεύονταν από τη ζωή τους ή αποτυπωνονταν με κάποιο τρόπο σ’αυτή.Είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο η αγωνία τους για τα υπαρξιακά θέματα,περνούσε και στην ποίησή τους,τουλάχιστον από τα χρόνια που διαβάζω ποίηση και την εμπειρία μου πάνω σ’αυτή,έχω καταλήξει σε τέτοιου είδους συμπεράσματα.
    Αν υπονόησες όμως ότι οι σημερινοί ποιητές δήθεν βασανίζονται ή το αποτέλεσμα έτσι όπως καταγράφεται στα γραπτά τους αποτελεί αποκύημα μιας δήθεν ταλαιπωρημένης σκέψης και ζωής,αυτό είναι πολύ ειδικό για τον καθένα και εντελώς προσωπική υπόθεση.Μπορεί εγώ να βλέπω κάτι ως δραματικό κι εσύ να γελάς μαζί του.Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.
    Αν σε πίκραναν κάποια σχόλια στο δικό μου μπλογκ,λυπάμαι πολύ,εσύ ο ίδιος είπες πως θες ν’ακούς όλες τις γνώμες και δη τις αντίθετες έτσι ώστε να προκύπτει δημιουργικός και παραγωγικός διάλογος.
    Θα σταθώ λίγο στο σχόλιο που έκανες και στο μπλογκ μου και στο δικό σου,σχετικά με τον ιστορικό ή το φιλόλογο του μέλλοντος και θα σου πω,ότι έχω την ελπίδα ότι εκείνος θα ξεχωρίσει ανάμεσα στα σχόλια και το ήθος των σχολιαστών και την παιδεία τους,κυρίως την ψυχική τους καλλιέργεια πριν αποφανθεί για το αν τα έργα που χάθηκα ήταν ή όχι αξιόλογα,διαφορετικά,τα πορίσματα θα προέρχονται ξανά από απερίσκεπτους και άφρονες ιστορικούς και φιλολόγους και μία ακόμα εποχή θα είναι άξια αυτής της τύχης…

    Στο μπλογκ μου δεν υπάρχει λογοκρισία,ο καθένας εκφράζει τη γνώμη του απολύτως ελέυθερα χωρίς κανένα περιορισμό και αυτό το δηλώνω απερίφραστα.
    Μπορούμε να διαφωνούμε,να συμφωνούμε,να εμπλεκόμαστε σε τσακωμούς,»μάχες» και «πολέμους» ακόμα,και να κινούμαστε σε όποια κατεύθυνση θέλουμε με γνώμονα πάντα την ελευθερία της σκέψης και του λόγου.
    Γι’αυτό μη μου στεναχωριέσαι…,πάντα κάτι καλό βγαίνει απ’όλα αυτά.

    @Λάκης Θλιμμένος,
    αγαπητέ μου,εκφράσατε μια άποψη ισοπεδωτική διά του κυνισμού σας και καθ’όλα αφοριστική.
    Κοινώς ανάψατε ένα καζάνι που κοχλάζει-μην είναι της Κολάσεως?-και ρίξατε όλους τους σύγχρονους ποιητές μέσα «αυτοτιτλοφόρητους»-κατά τα λεγόμενά σας-και μη…
    το βρίσκετε δίκαιο αυτό?

    καλημέρα

  4. Churchwardem
    Απρ. 03, 2008 @ 10:58:07

    Αγαπητέ Σολωμάντζαρε, ούτε και εδώ θα σου κάνω τη χάρη να σου πω «τι απαριές γράφεις». Θα περιμένεις λίγο ακόμα.

    Το ποίημα εδώ μου αρέσει όσο και το προηγούμενο.

    Θα πω, μάλιστα, τι σημαίνει στο δικό μου κεφάλι.

    Σημαίνει «βαρέθηκα την αφόδευση επί νέων ποιητών, ας αφοδεύσω και επί χωμάτων, σκουληκιών, φύλλων, δένδρων, ακόμη κι επί άλλων αφοδευμάτων-έγινε η εσώτερη αφόδευσή μου, οικουμενική».

    Από φυσική δε σκαμπάζω πολλά. Μόνο τη γωνία Brewster και την καλή τύχη με τους ετεροτιτλοφορεμένους.

  5. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 03, 2008 @ 11:29:20

    Σας ευχαριστώ όλους για τα σχόλια.
    Θα απαντήσω πιο εκτεταμένα το βράδυ γιατί σήμερα έχω κάμποσο τρέξιμο.
    Να πω μόνο στα γρήγορα πως οι στίχοι αυτοί είναι γραμμένοι καιρό τώρα. Απλά η κουβέντα που έγινε στο μπλογκ της φαίδρας μου τους θύμησαν.
    Μαρία εχω δει ολ΄αυτά που λες και τις συμετοχές σου στη γραφή μαζί με άλλους.
    Θα επανέλθω …την αργαδινή, που λέμε εδώ στην Κρήτη.

  6. φαίδρα φις
    Απρ. 03, 2008 @ 12:56:39

    έχεις τρυφερό μήνυμα από Πέννυ…
    όποτε βρεις χρόνο-μάλλον το βράδυ βλέπω να συναντιόμαστε-πέρασε
    να μιλήσετε,μιλήσουμε.

    φιλιά

  7. Λάκης Θλιμμένος
    Απρ. 03, 2008 @ 13:47:12

    Δεν είναι σωστό «δυο γάιδαροι να μαλώνουνε σε ξένο αχυρώνα» και γι’ αυτό θα πω μονάχα στο «φαιδρό όφις» (αστείο είναι αυτό – μην μου παραξηγηθείς τώρα!!!), ότι κατά την φτωχή μου άποψη, οι ποιητές αποκτούν τον τίτλο αυτό (παράπλευρη ιδιότητα/χαρακτηριστικό μάλλον καλύτερα) από τους άλλους και όχι από μόνοι τους – εγώ τουλάχιστο δεν γνωρίζω κανένα που να συστήνεται ως ποιητής. Διορθώστε με εάν κάνω λάθος.

  8. Churchwarden
    Απρ. 03, 2008 @ 15:57:00

    Λάκη, δεν ξέρω από ποιον ζητάς τη διόρθωση. Εγώ, πάντως, ως τέτοιος συστήνομαι.

  9. φαίδρα φις
    Απρ. 03, 2008 @ 18:31:22

    @Λάκης Θλιμμένος,
    να σας πω κατ’αρχήν ότι είναι πολύ σωστό που αναπτύσσεται διάλογος,δεν μαλώνουμε,δεν είμαστε γάιδαροι-τουλάχιστον εγώ,για σας δεν παίρνω όρκο… και εδώ δεν είναι αχυρώνας-οπότε αρνούμαι να ταυτιστώ με την παροιμία.Αυτό είναι το πρώτο.Το δεύτερο είναι αγαπητέ Λάκη ότι ασφαλώς και δε θύμωσα με το «φαιδρό όφις»,απεναντίας γέλασα με την καρδιά μου,διότι αν θέλατε να με προσφωνήσετε με την ελληνική σημασία των λέξεων στις οποίες μάλλον προχείρως ανατρέξατε κι επικαλεστήκατε,τότε θα έπρεπε να θέσετε στα εισαγωγικά σας το εξής:στον «φαιδρό όφιδα» καθότι το όφις είναι τριτόκλιτο ουσιαστικό και στην αιτιατική του απαντάται ακριβώς όπως σας το σημείωσα.Εκτός πάλι κι αν το «όφις» είναι ένα ευφυές εύρημά σας κάτι σαν το «φόρεϊν όφις»…και απλώς το γράψατε με ελληνικούς χαρακτήρες αντί λατινικών πρωτότυπων…
    Επίσης θα σας παρακαλούσα την επόμενη φορά να με διαβάζετε καλύτερα,διότι είπατε στο αρχικό σχόλιό σας με θανατηφόρες δόσεις κυνισμού…»μπα!βρήκες κάποιον καινούριο ποιητή?»,θα σας πληροφορήσω λέγοντάς σας -για ακόμη μια φορά ξεκάθαρα,ασχέτως αν δεν το εννοήσατε ορθώς-ότι η ένστασή μου βρίσκεται ακριβώς σ’αυτό το σημείο,
    τι σημαίνει η φράση σας?
    κατά τη γνώμη σας δεν υπάρχει κανείς καινούριος ποιητής άξιος λόγου…?
    κι εσείς ως τι τους κρίνετε?
    πείτε μου κιόλας τώρα ότι τους έχετε διαβάσει όλους τους καινούριους και θα σας απαντήσω και σ’αυτό…
    και ποιος σας είπε ότι ο ποιητής στον οποίο αναφέρθηκε ο σολωμάντζαρος συστήθηκε μόνος του ως ποιητής?
    περιμένω ευθείες απαντήσεις,ανάλογες με τις δικές μου.
    αλλιώς,μην απαντήσετε καθόλου,μπορώ και χωρίς τις διευκρινίσεις σας…
    σας χαιρετώ

    γεια σου σολωμάντζαρε

  10. Λάκης Θλιμμένος
    Απρ. 03, 2008 @ 19:34:48

    To «γάιδαροι» και το «αχυρώνας» ήταν μέσα σε εισαγωγικά που εάν δεν κάνω λάθος σημαίνει ότι το νόημα δεν είναι κυριολεκτικό αλλά επι της ουσίας της φράσης. Με άλλα λόγια δεν σας αποκάλεσα γάιδαρο ούτε και τον χώρο αυτό αχυρώνα. Όσο για το «φαιδρό όφις» δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι έχετε απόλυτο δίκαιο – όσο και εάν ταλαιπώρησα το μυαλό μου δεν μπόρεσα να θυμηθώ την κατάλληλη κλίση της λέξεως. Ευχαριστώ για την διόρθωση και το «φρεσκάρισμα» της γραμματικής. Όσο για τους υπόλοιπους σχολιασμούς σας αντιλαμβάνομαι – μετά την διευκρίνιση σας – ότι κακώς εννόησα και πιθανόν πράγματι να ήμουν υπερβολικά κυνικός στο σημείο αυτό, το αναγνωρίζω. Παρόλα αυτά, θα μου επιτρέψετε να εξακολουθήσω να παραμείνω στην θέση μου περί αυτοτιτλοφορίας όπως επίσης ότι δεν επιθυμώ να συνεχιστεί αυτή η συζήτηση επί «ξένου εδάφους».

    Συγνώμη Άλεξ για την κατάχρηση του χώρου σου

    Καλό βράδυ και στους δυο σας

  11. φαίδρα φις
    Απρ. 03, 2008 @ 19:43:31

    @Λάκης Θλιμμένος,
    βλέπετε με πόση χαρά σας διόρθωσα!

    @σολωμάντζαρος,
    ζητώ συγνώμη για την κατάχρηση της φιλοξενίας σου…
    ξέρω ότι δε σ’ενοχλεί-πλάκα κάνω αλλά κάπως έτσι δεν πρέπει να λέω επειδή υποτίθεται είμαι ευγενική…

  12. Λάκης Θλιμμένος
    Απρ. 03, 2008 @ 19:49:16

    Χάρα μου να ικανοποιώ και να χαροποιώ…

  13. ktkouk
    Απρ. 03, 2008 @ 20:05:37

    Ποιητές που βασανίζουν τις λέξεις.. .

    Ζωγράφοι που βασανίζουν τα πινέλα. ..

    Γλύπτες που βασανίζουν τα σκαρπέλα…

    Γλείπτες (και γλείπτριες) που βασανίζουν. .. άντε να μην πω τι βασανίζουν.

    Ρε μπαγάσα, είσαι απίστευτα καίριος-εύστοχος. Κρίμα που δε φοράω καπέλο να στο βγάλω. Βέβαια το δυσκοίλιον του χαρακτήρος βασανίζει ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας μας και όχι μόνο τους καλλιτέχνας.

    Καλό βράδυ (σε όλους)

    ΥΓ> Άντε να δω πόσες ώρες θα γράφεις απόψε, προκειμένου να απαντήσεις σε όλους.

    ΥΓ2> (καλά, με τις γλείπτριες δεν έχω και τόσο σοβαρό θέμα…)

  14. φαίδρα φις
    Απρ. 03, 2008 @ 20:32:09

    @Λάκης Θλιμμένος,
    μπορώ να γίνω και πιο κακιά αλλά είμαι και ευαίσθητη και νομίζω σας στεναχώρησα λιγάκι,ωστόσο δε θεωρώ το χώρο του φίλου μου ξένο έδαφος-θα μου επιτρέψετε…-,
    αντίθετα νιώθω άνετα να μιλάω και να εκφράζομαι ελεύθερα διότι εκείνος με έχει παροτρύνει να το κάνω όπως κι εγώ στο δικό μου μπλογκ,

    χάρα? τι θα πει πάλι αυτό,
    α,σας παρακαλώ,όλα κι όλα,μη μου βάζετε κι άλλα δυσκολότερα!
    αστειεύομαι,συγχωρήστε με…

  15. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 03, 2008 @ 22:40:24

    #ΠΡΟς ΟΛΟΥς

    Bλέπω αρκετά ειπώθηκαν
    όλες τις ώρες τούτες,
    μα ότι κι αν ακούστηκε
    καλά’ ναι ειπωμένο
    και απο δω και απο κει,
    γίναν και αντεκλήσ-
    εις, ανάμεσα σε φαίδρα φις
    και Λάκη τον Θλιμμένο.

    Και ποιητές υπάχουνε
    φίλοι κι αγαπημένοι
    κι η ποίηση ανασαίνει
    μα είναι πολλά τα ρούχα της
    κι όχι μόνο στιχάκια
    και αγνοεί γραμματικές
    συντακτικούς κανόνες
    σαν έχει βλέμμα καθαρό
    και μια καρδιά παιδιού

    Όμως θαρρώ πως τωρα δα
    λέω να σας μαλώσω
    γιατί συχνά ξεχνάτε
    πως κάτι που μας δείχνουνε
    μπορεί να είναι άλλο
    κι όλοι το ίδιο βλέπουμε
    καθείς με άλλο τρόπο
    είτε γιατί’ ναι πιο κοντά
    είτε γιατί’ ναι πιο ψηλά
    μπορεί το χρώμα των γυαλιών
    να παίζει κάποιο ρόλο
    κι άλλα πολλά μπορεί…

    Εγω που λέτε αγαπητοι
    -και να με συμπαθάτε-
    τους στίχους όταν έγραφα
    άλλα ΄χα στο μυαλό μου,
    κάτι οι μπίρες κι οι ρακές
    κατι ο καιρός ο γκρίζος
    κάτι μελοδραματικό
    με κλωθοτριγυρνούσε
    και ήθελα για έρωτες
    να γράψω και γι΄αγάπες
    μα ήθελα και να κρυφτώ
    πίσω απο τα στιχάκια
    κι αντί να γράψω έρωτες
    έγραψα …ποιητές!!!

    Τέλος παραμυθιού
    καλησπέρα σας.

  16. alafroiskiwtos
    Απρ. 03, 2008 @ 23:17:35

    «…να κρυφτώ πίσω απ’ τα στιχάκια
    κι αντί να γράψω έρωτες έγραψα ποιητές!!!»

    ως βασανιστή των λέξεων να σε υπολογίσω τώρα ή της ζωής σου;
    πολύ καλησπέρα! 🙂

  17. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 04, 2008 @ 00:04:27

    # alafroiskiwtos
    Αλαφροϊσκιωτε, αν τους «ποιητές» τους διαβάσουμε ως «ποιητές», τότε σε σύγκριση με σένα, εγώ ειμαι απ΄αυτούς που βασανίζω τον εαυτό μου κλπ.
    Ως εκ τούτου ούτε η πρώτη στροφή σού ταιριάζει, γιατί πιστεύω πως είσαι ποιητής, κάτι παραπάνω δηλαδή απ’ ότι χωράει στ’ ανεμομαζώματα του μυαλού μου.
    .
    Αν πάλι τους ποιητές τους διαβάσουμε ως έρωτες, τότε υπολόγιζέ με για…παιχνιδιάρη!
    Πολύ καλησπέρα κι απο μένα!

  18. Μαρια Νικολαου
    Απρ. 04, 2008 @ 07:39:53

    Και πολυ καλα εκανες
    Να γραφεις παντα αυτο που αισθανεσαι
    Καλημερα

  19. φαίδρα φις
    Απρ. 04, 2008 @ 09:25:39

    solomantzare,
    είσαι στιχοπλόκος φοβερός και τρομερός!
    ο καθένας παίρνει από την ποίηση ό,τι «ανήκει» στην ιδιοσυγκρασία του
    ή όπως τον «ωφελεί»…για να αιτιολογήσει τις αδυναμίες,τις αγωνίες,την ύπαρξή του ολόκληρη…
    ξεχωρίζω την απάντησή σου στον αλαφροίσκιωτο.Ευφάνταστη και ευφυής!

    σε φιλώ και καλημέρα

  20. Σοφία Κολοτούρου
    Απρ. 04, 2008 @ 09:57:05

    Πήγα να διαβάσω το διάλογο αλλά ζαλίστηκα, δεν μπορώ τις πολλές αναλύσεις.

    Εμένα το ποίημά σου μου άρεσε (αν και ελευθερόστιχο) και θα το έλεγα πολύ φιλοσοφημένο και αποστομωτικό.

    Είχα καιρό να μπω στη σελίδα σου και εντυπωσιάστηκα.

  21. Σοφία Κολοτούρου
    Απρ. 04, 2008 @ 10:00:34

    ΥΓ: Πιο πολύ απ’ όλα όμως μου άρεσε το «γλύπτες και γλύπτριες» που είδα κάπου παραπάνω. ;-))

  22. stixakias
    Απρ. 04, 2008 @ 10:51:03

    σου χαρίζω μια μαντινάδα που σκάρωσα μετά που διάβασα τη διευκρίνισή σου

    «ο έρωτας κι ο ποιητής είναι το ίδιο πράμα
    γι αυτό πάντα τους βλέπουμε να πορπατούν αντάμα»

  23. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 04, 2008 @ 16:12:39

    #Μαρία Νικολάου
    #φαίδρα φις
    #Σοφία Κολοτούρου
    Σας ευχαριστώ για τα σχόλιά σας. Δεν έχω κάτι άλλο να πω.
    Ο κτκουκ, με τους γλύπτες και τους γλείπτες είναι επί των εικαστικών κι αυτός και κάτι παραπάνω ξέρει.

    #στιχάκιας
    σου αντι-χαρίζω κι εγώ μια διασκευή γνωστής μαντινάδας του Καζαντζάκη.
    «ο έρωτας κι η ποίηση
    μπεντένια ρίχνουν κάτου
    και παλληκάρια του σπαθιού
    τα ρίχνουν του θανάτου.

  24. 123 λέξεις
    Απρ. 05, 2008 @ 19:57:50

    Εξαιρετικό «βασανιστήριο» από έναν «εκ του φυσικού βασανιστή».

  25. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 06, 2008 @ 12:05:20

    #123 λέξεις
    Εκ του φυσικού, ακριβώς.

  26. AleXandros K.
    Απρ. 06, 2008 @ 12:13:12

    Αντί για σχόλιο παραθέτω το παρακάτω ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη…

    «Δὲν εἴμαστε ποιητὲς σημαίνει φεύγουμε
    Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
    Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
    Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
    Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
    Σημαίνει πὼς φοβούμαστε
    Καὶ ἡ ζωή μᾶς ἔγινε ξένη
    Ὁ θάνατος βραχνὰς»

  27. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 06, 2008 @ 21:57:32

    #Alexandros K.
    Πολλοί σοφοί οι παραπάνω στίχοι.
    Σου ανταπαντώ όμως και με τους παρακάτω του Καρυωτάκη.
    ΚΙΘΑΡΕΣ

    Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
    κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,
    στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει
    στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

    Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
    Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,
    στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
    μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

    Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
    χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
    Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

    Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
    Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
    είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

  28. anthrakoryxos
    Απρ. 10, 2008 @ 00:14:46

    Διαφωνώ, ως προς την γενίκευση.
    Συμφωνώ,ως προς τα βασανιστήρια.
    Αντιπαρέρχομαι την ζαλάδα που μου προκάλεσε κι εμένα ο διάλογος.

    Θεωρώ, πως οι (κάθε τύπου) ποιητές,
    έχουν την κατάρα ή την ευλογία,
    να βασανίζουν και να βασανίζονται.
    Προτιμότερο απο την απάθεια..
    Χαίρομαι που σε διαβάζω!!!

  29. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Απρ. 10, 2008 @ 22:50:43

    #anthrakoryxos
    Καλώς βρεθήκαμε.
    Έτσι είναι. Δες αν θες και το «ποιητές στα υπόγεια». Έχει σχέση μ΄αυτά που λες.
    Χαίρομαι που χαίρεσαι που με διαβάζεις, γιατί οι …γαλαρίες σου δεν βγάζουν άνθρακα – απ΄ότι είδα – αλλά διαμαντάκια.

  30. george holiastos
    Μάι. 23, 2008 @ 23:27:02

    Γεωργίου Χολιαστού ΠΟΛΥΔΕΓΜΩΝ Copyright: PAu1-784-859 Γιώργης Χολιαστός ΛΙΛΙΑΝ Σπανίας τέχνης ήσαν οι Ερινύες του. Την φοβεράν μορφήν των την εκδικητικήν των μανίαν το διατιτραίνον βλέμμα των- όλα θαυμάσια τα είχεν αποδώσει. Τόσον που ο αστυνόμος πρόσθεσε στο καρνέ του όταν τις είδε: «Δεύτερον: Ερινύες». Στο «πρώτον» έγραφε: «Λίλιαν» και πιο πάνω: «Στοιχεία ενοχής ζωγράφου δολοφονία γυναίκας του». (Η Λίλιαν ήταν μια μικρή απ’ τις συνηθισμένες- ένα πορνίδιο). Ο ΜΟΝΑΧΟΣ Τα χείλη του ματαίως ψάλλουν υμνωδίας΄ ανίερα φιλήματα τω όντι επιθυμούν κι αντί του οίνου της Θείας Κοινωνίας θα ‘θελε το ποτήριον να ‘ναι πλήρες ηδονής. Μα δεν τον έστειλε κανείς- μόνος του επήγε-μάλιστα άνευ εμφανούς αιτίας- και εμόνασε` φαίνεται ανήκει εις αυτούς που προτιμούν μόνο όταν είναι λίαν επικίνδυνοι τας αμαρτίας. ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ Τόσο πολύ το θάνατο γνώρισα στη ζωή μου όπου δε θα ‘χει τίποτα καινούργιο να μου δώσει όταν τα χέρια τα γκρενά επάνω μου θ’ απλώσει και απαλά σαν σ’ όνειρο θα κόψει την πνοή μου. Θα ‘ρθει ένα βράδυ όμορφο, ζεστό και μυροβόλο. Θα ξανοιχτούμε στη χαρά που η κουβέντ’ ανοίγει κι ως πάντοτε, προς το πρωί, θα σηκωθεί να φύγει` μόνο που τώρα θα μου πει: «πάμε μαζί;»-κι αυτό θαν’ όλο. ΠΡΑΒΙ Τέσσερους μήνες έχω εδώ τέσσερους μαύρους μήνες. Μακριά ‘πο χάδι και φιλί κι από αγκαλιά και φίλο` σκελετωμένα χέρια-άσαρκο κορμί ώρες βαριές-πικρό ψωμί στον τόπο αυτό τον έρημο στον τόπο αυτό τον ξένο που χάνεται η προσευχή πριν φτάσει στο Θεό που ο Διάβολος τον ρήμαξε με τ’ αγκαλιάσματά του- με τα φριχτά του χέρια- στον τόπο αυτό τον έρημο στον τόπο αυτό τον ξένο τέσσερους μήνες έχω εδώ τέσσερους μαύρους μήνες.. ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥΣ (Κομοτηνή, ’74, ομιλία Τρυπάνη με θέμα:Παλαμάς) Ας παμε` θα γελάσουμε πολύ. Θα `ναι και κείνος ο ψηλός που του διπλώνει ο αφαλός καθώς σε κάποιονε μιλεί και την κοιλιά του σκύβει. Θα ομιλήσει ο υπουργός με θέμα «Παλαμάς» θα `ναι καλά για μας της Τέχνης ήταν λεπτουργός νοήματα μεγάλα κρύβει. Φουστάνια καλά θα φορέσουν μετά την μπουγάδα οι κυρίες (δε χάνουνε ευκαιρίες) από τη βέρα θα πονέσουν τα πρησμένα τους χέρια. Οι ορισμένοι αξιωματικοί τελευταίοι θα φτάσουν και μπροστά θα κάτσουν γίγαντες μικρονοϊκοί με τα χοντρά τους ταίρια. Μα πολύ θα κάνουμε χάζι όσους μονάχοι τους πάνε και γύρω τους κυττάνε με ντροπή και με νάζι κάποιον γνωστό να χαιρετίσουν. Όμως άγνωστοι όπως είναι γιατί αυτά δεν τ` αντέχουν και οι καϋμένοι δεν έχουν πού την κεφαλήν κλίναι μοναχοί τους κι εδώ θα καθήσουν. ΤΟ ΡΟΔΟ Καιρόν αγαπούσα μ` αγάπη μεγαλη αγόρι με μύριες τις χάρες, τα κάλλη. Του το `κρυβα` όμως του το ‘πε τ’ αστέρι και να ‘το που φτάνει τ’ αγνό μου το ταίρι. Πηδάει το φράχτη στον κήπο μου μπαίνει σφιχτά μ’ αγκαλιάζει μαζί του με παίρνει. Στο δρόμο αποσταίνει μ’ αφήνει απαλά μου πιάνει το χέρι γλυκά μου μιλά: «Καλή μου τι θέλεις κι εγώ θα το κάνω! «- του δείχνω η έρμη στο βράχο επάνω: «Εκείνο το ρόδο να πας να μου φέρεις» κι αμέσως τον χάνω- τι τάχος δεν ξέρεις. Ανέβηκε, κόβει τ’ ολόδροσο ρόδο τρελλός στη χαρά του μου γνέφει να το ‘δω. Κατάρα στη γνέψη στο ρόδο κατάρα κατάρα στην τόση που μου ‘χε λαχτάρα` μια πέτρα κυλάει το πόδι γλυστρά και πέφτει ο καλός μου στο ρέμα βαθιά. Τον φτάνω. Στο χέρι το ρόδο κρατούσε και στ’ άλικα χείλη χαμόγελο ανθούσε. Φιλώ του το στόμα σφαλίζω τα μάτια και παίρνω τα ίδια κι εγώ μονοπάτια. ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ Θέλω στα ράφια μιας μικρής φτηνής βιβλιοθήκης καθώς στον τοίχο θ’ ακουμπά φτενούλα κι επιμήκης κάποιος στην τύχη ψάχνοντας του μέλλοντος μια μέρα ένα βιβλίο μου να βρει βαλμένο εκεί πέρα. Κι αφού διαβάσει κάτι τι και πάλι ξανακλείσει τα κίτρινα τα φύλλα του θέλω να το αφήσει όχι αδιάφορα καθώς αφήνουν κάτι ξένο μα με μια κίνηση στοργής σαν κάτι αγαπημένο. ΣΑΝ ΨΙΘΥΡΟΣ Δε θέλω μέσα στη βοή να ζω του αθλίου κόσμου` στ’ αυτιά μου κύμβαλα κενά ν’ ακούω να χτυπάν- άλλος μου έχει οριστεί ο κόσμος ο δικός μου άλλοι ουρανοί με παίρνουνε κι άλλοι καιροί με παν. Σκιές δε θέλω δολερές να μου κρατούν το φως μου` στις λίμνες των ονείρων μου φαύλοι να κολυμπάν` τις υψηλές βουνοκορφές όπου φυλάω εντός μου δε θέλω αλλοπρόσαλλα βέβηλοι να πατάν. Θέλω να φτάνει ως σ’ εμέ σαν ψίθυρος σβυσμένος σαν μακρινός αντίλαλος του κόσμου ο αχός κι εγώ με όλα μακρινός κι απ’ όλα ξεχασμένος σ’ ένα καινούργιο θάνατο να δίνωμαι καθώς πάνω σε κίτρινα χαρτιά ολημερίς σκυμμένος θα συνταιριάζω τους σβυστούς τους ήχους μοναχός. ΟΙ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ Επικινδύνως έκυπτεν απ’ το παράθυρον (μόνο έτσι φαίνονταν ο δρόμος). Κι είχε το λόγον του για ν? ανυπομονεί- απόψε θα της πρότεινε να παντρευθούν. Η στάσις της είχεν πολύ αλλάξει τελευταίως` όπως την ήθελεν είχε επιτέλους γίνει. Πολύ δεν εμιλούσε. Το κάπνισμα είχε παύσει. Να διακρίνει είχε μάθει ένα ωραίον πίνακα, και το κυριότερον της άρεσε κι αυτής ώρα να μένει άφωνη κι εκστατική μετά την κάθε αναζήτησι χαράς και στην υπέροχον εκείνην είχε μάθει τη σιωπήν κάθε λεπτό και πιο βαθιά να μπαίνει καθώς εις μίαν στάσιν πλήρους χαλαρώσεως κι οι δυο εις το κρεββάτι εξάπλωναν. Κι όταν σε τέτιες ώρες εμιλούσαν εγίνονταν κι αυτό τόσο σιγά κι ωραία που αντί να διαλύει εμεγάλωνε την πλήρη εκστάσεως σιωπήν-α! νιώθονταν απολύτως τις στιγμές εκείνες! Η άλλη τώρα για τηλέφωνο έψαχνε. Θα του ‘λεγε να μη την περιμένει- πως άλλο δεν μπορούσε να τον ανεχθεί- να μη μιλά! πού ακούστηκε! να μη καπνίζει! φοβερόν! Κι ούτε μπορούσε όρθια να μένει και να βλέπει ζωγραφιές. Μπορεί να μη τον έπαιρνε και διόλου` πολύ του πήγαιναν οι εξηγήσεις. ΘΑ ΜΑΣ ΠΑΙΔΕΥΕ Κι αν το ‘βλεπα που στην ουσία ήταν κλοπή μα ν’ αντιδράσω δεν μπορούσα` στα τέτια το Συμβούλιον ήτο ανένδοτον. «Η μάννα μου η άρρωστη… τα φάρμακα… οι γιατροί…» όλο αυτά αράδιαζε. Αυτά είναι υποθέσεις καθαρά ιδιωτικές` εμάς το ανεξόφλητο γραμμάτιο μας πονά` όσοι δεν έχουν να πληρώσουν τέτια λένε` κι αν τους ακούγαμε, τώρα κι εμάς κάποιο ανεξόφλητο γραμμάτιο θα μας παίδευε. Ο ΜΙΣΘΟΣ Όταν στο κρύο θα σέρνεσαι κρεββάτι με άσβεστη την πεθυμιά στο μάτι η ψεύτικη αγωνιώντας μη χαλάσει παράσταση που έχεις ετοιμάσει τότε η μνήμη σου σε μένα θα γυρίζει και το μαρτύριο φοβερότερο θ’ αρχίζει καθώς τις νύχτες μας τις πια χαμένες θ’ αναθυμάσαι, τις περασμένες. Μα πιο πολύ γελώ κι ευχαριστιέμαι ότι φοβάσαι να του πεις-μήπως γελιέμαι;- γι αυτές τις νύχτες-θα θυμώσει και το μισθό σου δε θα σου δώσει. ΣΙΣΥΦΩΝ Μη και δεν είμαστε Ταντάλων και των Σισύφων μεις οι γόνοι; Μη και μια μοίρα σαν και κείνων πάνω μας μαύρη δεν απλώνει; Βράχους πελώριους δεν κινάμε για ν’ ανεβάσουμε ψηλά και ο καθένας τους μ’ αντάρα και πάλι κάτω δεν κυλά; Και να γλιτώσουμε όταν θέμε από της δίψας την πληγή μη δε στερεύει κάθε μία που λαχταρίζουμε πηγή; Ή μήπως άσαρκες φιγούρες και μεις δε ζούμε σ’ έναν Άδη και σαν και κείνους δεν τυλίγει κι εμάς το τρίσβαθο σκοτάδι; ΜΑΡΙΑ Οι μέρες φύγαν όμορφες κι απλές. Κανείς δε ρώτησε για τη Μαρία. Αυτές οι νύχτες για διαχύσεις τολμηρές μόνο, και γι αγκαλιές ειν’ ευκαιρία. Σαν όλοι να ‘ξεραν που έχει πάει σαν να μην έφυγε ποτέ ακόμα και σαν το χώμα να μη σφαλάει το λουλουδένιο της το στόμα. Χάρμα οι μέρες στο καταφύγιο. Κεφάτη κι εύθυμη η παρέα. Τα βράδια ένα κηροπήγιο δημιουργεί ατμόσφαιρα ωραία. Κι αν κάποιος ρώταγε: «Τι έγινε η Μαρία;» θα τιναζόμασταν ξαφνιασμένοι και μετά για την αυριανή πεζοπορία θα κουβεντιάζαμε μουδιασμένοι. ΓΟΥΡΟΥΝΙΣΙΑ Παχιά γουρούνια μας ρουφούν το λιγοστό μας αίμα. Τον κόπο μας καρπώνονται, το μόχθο μας τρυγάνε και τεχνικά ταιριάζοντας το δόλο και το ψέμμα νόμους εφτιάξαν και σαν ζα μ’ αυτούς μας κυβερνάνε. Τη γυριστή ουρίτσα τους και το παχύ πετσί τους κατ’ από ρούχα όμορφα κρύβουν σαν των ανθρώπων στολίδια και αρώματα γεμίζουν το κορμί τους κι όρθιοι να στέκουν έχουν βρει από καιρό ένα τρόπον. Και είναι δύσκολο πολύ για κάποιον που δεν ξέρει να ξεχωρίσει τα χοντρά γουρούνια απ’ τους ανθρώπους γιατί εκτός απ’ το λαιμό, το πόδι και το χέρι και τους ανθρώπινους καλά μιμούνται αυτά τους τρόπους. Όσοι γνωρίζουν μοναχά για ένα πράγμα ψάχουν: προσεκτικά τα βλέπουνε στα μάτια μέσα κι ίσια- οι άνθρωποι ανθρώπινα, μα τα γουρούνια θα ‘χουν αιώνες κι αν περάσουνε τα μάτια γουρουνίσια. ΣΚΥΘΡΩΠΟ Πλέον τελείωσε.Δε γράφω στίχους. Δεν έχω τίποτε νέο να πω. Βγάζω μόνο άναρθρους, πένθιμους ήχους απ’ του λαιμού μου τη στενωπό. Και τι να έλεγα; ειν’ ειπωμένα όλα όσα λέγονται’ και μόνο στέκει κρυμμένο μέσα σε κάποια πέννα τ’ άμωμο-τ’ άρρητο-τ’ αστροπελέκι. Όλα όσα γράφτηκαν κι όσα γραφτούνε αυτό τα βλέπει, και σκυθρωπό κυττάζει εκείνους που στιχουργούνε- τι να σας γράψω..τι να σας πω.. ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ Τα κρύα μας θυμώνουνε μας τυραννούν τα χιόνια οι νύχτες άγριες έρχονται και λες κρατούν αιώνια. Γλιστρίματα, σπασίματα κι αρρώστιες χίλιες δύο κάθε χειμώνα κάνουνε το σπίτι φαρμακείο. Χρήματα για τα κάρβουνα για ρούχα, για ομπρέλλες Α! Το χειμώνα χίλιες δυο βυζαίνουν μας αβδέλλες. Και όλοι ενώ πασκίζοντας λίγο να ζεσταθούμε το καλοκαίρι το ζεστό με λύσσα νοσταλγούμε, όταν θα ‘ρθει ανάποδον αρχίζουμε αγώνα: Άχου! Τι ζέστη φοβερή!- ζητούμε το χειμώνα. ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ Στα στενάκια μας κλεισμένοι στριμωγμένοι, διπλωμένοι ανασαίνουμε κέφι κι ώρα για κραιπάλη δεν αφήνει η βιοπάλη και πεθαίνουμε ζαρωμένοι στο καυκί μας και στην ώρα την κακή μας διπλοκλείδωτοι. Αχ και πότε θα ξανοίξει και για μας-να μας αγγίξει πρωτοείδωτη μία νέα αλλέγρα ζήση` μακριά να μας κρατήσει απ’ τα χώματα ν’ απλωθούμε-ν’ ανοιχτούμε στα ξενύχτια να ριχτούμε και στα πιόματα` να φουσκώσουνε τα στήθια φλόγα όλο κι όλο αλήθεια` ν’ αψηφήσουμε τα μικρά και τιποτένια και χωρίς καμία ένοια πια να ζήσουμε. ΤΟ ΑΛΟΓΟ Κυρα-Γιαννού κυρα-Γιαννού ποιανού είναι τ΄ άλογο ποιανού; Κυρα-Γιαννού κυρα-Γιαννού ποιανού είναι τ’ άλογο δεν έχεις νου; ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΙ Ανέραστοι κι ανήδονοι θα πάμε στου Άδη τ’ ανεπίστροφα παλάτια. Μ’ ακόρεστο έναν πόθο θα κυττάμε τις γελαστές διαβόλισσες στα μάτια. Μα ελπίδα ουτ’ εδώ για χάδι θα ‘χει` για ηδονικές στιγμές καιρός δε μένει` για πράγματ’ άλλα δίνουνε μάχη οι αγαπητοί μας οι πεθαμένοι. Τουλάχιστο στου πόνου το κρεββάτι ετοιμοθάνατοι, ας προσπαθήσουμε- για να ‘χουμε και μεις να λέμε κάτι- της νοσοκόμας τα οπίσθια να τσιμπήσουμε. ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΩ Όταν πεθάνω, η στερνή μου η ώρα όταν θα ‘ρθει και θαρθ’ η ώρα η ψυχή ν’ αφήσει το κορμί μου κανείς δε θέλω απ’ τους ανθρώπους να το μάθει- αυτή ‘ν’ η πεθυμία η στερνή μου. Στο λείψανό μου επάνω κανείς δε θέλω να κλάψει δεν το θέλω το ψεύτικο δάκρυ-ας κλαψ’ η βροχή` και το άψυχο σώμα κανείς να μη θάψει- ας το λυώσουν του χρόνου οι τροχοί. Θέλω να ‘μαι μονάχος κει που θα ‘μαι πεσμένος και ποτέ μην ακούσω μιαν ανάσα-μια λέξη` απ’ τα βάθη του Άδη θα κυττάζω κρυμμένος γιατί εκείνο το μέρος τοχ’ ο ίδιος διαλέξει. Θα με φαν τα κοράκια` μα καλύτερο θα ‘ναι παρά μόνο για λίγο το κορμί μου ν’ αγγίσουν των ανθρώπων τα χέρια` θα τα βλεπ’ η ψυχή μου που χορτάτα πετάνε και θα χαίρει μαζί τους μοναχή της καθώς θ’ ανεβαίνει στ’ αστέρια. Κι αν κανείς θα νομίσει ότι τούτα που γράφω δε θα πρέπει να γίνουν, και με θάψει, και δάκρυ ένα έστω αν χύσει μια κατάρα θε να ‘βγει απ’ τον άδικο τάφο και στη μαύρη αγκαλιά της τον προδότη θα κλείσει. Αν μπορούν τα κοράκια και γι ανθρώπους να κλαίνε τότε αυτά ας με κλάψουν και τα κόκκαλ’ ας θάψουν αφού πρώτα τις σάρκες με το ράμφος ξεσχίσουν` φτάνει μόνο τα χέρια όσων λένε ανθρώπους το κορμί μου μη ‘γγίσουν γιατί αλήθεια δεν ξέρω τι μπορεί να ξεπλύνει ό, τι εκείνοι βρωμίσουν. ΜΟΝΗ ΤΗΣ Τ’ άσπρα ροδοπέταλα πέταξ’ η νυφούλα και μονάχη κλείστηκε μες στην καμαρούλα. Βγάζει τα νυφιάτικα μόνη της ξαπλώνει μόνη της σκεπάζεται στο διπλό σεντόνι. Ο καλός της σύννεφο- σκάλα του νερού- σύννεφο κι απόβροχο του μεσημεριού. Ο καλός της γέρακας και ψηλά πετάει` μ’ άλλους συνταιριάζεται γέρακες και πάει. Γάμος με το σύννεφο και με το γεράκι γάμος με το πέλαγο και το αεράκι- με το βαριοσύννεφο γάμος δε στεριώνει κι η ροδονυφούλα μας μόνη της ξαπλώνει. ΧΩΡΙΣ ΣΚΟΠΟ Ατέρμονη ρουτίνα στη δουλειά κάποτε κάποτε μι’ αγκαλιά αγώνας άγχος και φασαρία η ίδια πάντοτε ιστορία. Από το λίκνο κι ως τη θανή χαρά κι ελπίδα δε θα φανεί η ζήση πόνος-μονάχα πόνος` και μόνος ο άνθρωπος-μόνος-μόνος. Μικρά μεγάλα όλα φθορά κι όλα πουλιούνται στην αγορά βιασύνη, ζήλεια, αιδώς, βλακεία όλα στο κόστος-μικρή αξία. Και προχωρούμε χωρίς σκοπό Προς δύο μέτρα χώμα νωπό Κι ολ’ η πορεία μας μια οδύσσεια από τη μήτρα στα κυπαρίσσια. Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ Χαρταετός είμαι ψηλός που πλέω στους αιθέρες ξένιαστες νύχτες κι όμορφες χαρούμενες ημέρες. Μ’ αστέρια κάνω συντροφιά τις νύχτες, και τη μέρα στον ήλιο μας το βασιλιά λέω πρώτος καλημέρα. Πετώ, βουτώ, λικνίζομαι χάνομαι, ξαναβγαίνω με τα πουλιά στο πέταγμα- στη χάρη παραβγαίνω. Κι η φουντωτή μου η ουρά στολίδι και χαρά μου αυτή και πόδια και καρδιά και χρυσωπά φτερά μου. Η μοναχή σκοτούρα μου ο σπάγγος που με δένει σαν αφαλός μου με τη γη και διόλου δε σωπαίνει μόνο συνέχεια μουρμουρά στ’ αυτί μου: «δίχως ‘μενα όλα όσα πριν αράδιασες θα ‘ταν για σένα ξένα». ΘΕΟΣ ΜΑΚΕΛΛΕΥΤΗΣ Ένας θεός μακελλευτής χρειάζεται ‘δώ πέρα που να κρατεί στο χέρι του μεγάλη μια μαχαίρα΄ να πελεκάει ζερβόδεξα το θεϊκό του χέρι κι όλα του κόσμου τ’ άσχημα να κόψει σάπια μέρη. Και γύρω γύρω κόβοντας την πλάση του, ν’ αφήσει μονάχα τον πυρήνα της κι αυτός να ξανανθίσει` και τέτια ναν’ η ευλογιά που στ’ άνθισμα θα δώσει που ένα κλαδί μόνο να βγει κι άλλο να μη φυτρώσει. Του Πόθου να ‘ναι το κλαδί τα φύλλα της Αγάπης κι ηδονικούς γλυκούς καρπούς να χαίρετ’ ο διαβάτης. Και όλα να ‘ναι ηδονικά κι Έρωτας όλα να ‘ναι καθώς οι κύκλοι της ζωής αιώνια θα κυλάνε. Ένας θεός που σ΄ όλα του να μοιάζει του Θανάτου- ένας θεός μακελλευτής χρειάζεται ‘δώ κάτου. ΜΕΙΝΕ Της γης το κουφάρι πατώ και μέσα του χώνω σαν ξίφος το πόδι μου σημαία ξεδιπλώνω στητός χαιρετώ καλό ξεπροβόδι μου. Καλό μου ξημέρωμα στο βράδυ του δρόμου που μόνος τραβώ? λευκό έχω φτέρωμα κι αστέρια οδηγό μου στο φως για να βγω. Και μεσοστρατίς (ποια χείλια την είπανε) στριγγιά ακούω: «μείνε! Γυρεύεις να βρεις το φως που δεν ήτανε- το φως που δεν είναι.» ΤΟ ΜΑΡΑΖΙ Καράβι μαύρο αρμένιζε με μαύρα τα πανιά του, Μαύρα φορούν οι ναύτες του κι ειν’ η καρδιά τους μαύρη. Την κόρη πα’ να θάψουνε του έρμου καπετάνιου που πέθανε απ’ τον έρωτα κι απ’ το πικρό μαράζι. Μαζί τους την επαίρνανε την πήγαιναν μαζί τους μαζί τη σεργιανίζανε σ’ Ανατολή και Δύση. Και σ’ εν’ απ’ τα ταξίδια τους κει κάτου στη Βομβάη ένα ωραίο παιδόπουλο την κόρη ξεπλανεύει. Για μια βραδιά τη γνώρισε- για μια βραδιά τη ‘χάρη και το πρωί σηκώνεται και κάνει για να φύγει. «Πού πας παλληκαράκι μου και πού μ’ αφήνεις μόνη; Με μάγεψες-με πλάνεψες και τώρα πας και φεύγεις;» «Άλλο καράβι έρχεται απόψε στο λιμάνι και μέσα έχει όμορφες ωσάν τον ήλιο κόρες.» «Ήλιος αυτές-φεγγάρι εγώ` βροχή κι εγώ δροσούλα` κι άμα με κάνεις ταίρι σου καράβι θα σου δώσω.» «Εγώ γαμπρός δε γίνομαι` σε γάμο δε στεριώνω` κι έχει καράβια ο κύρης μου σαράντα μετρημένα.» Βαρκούλα παίρνει ολόχρυση παίρνει κουπιά ασημένια στη θάλασσα ξανοίγεται και πέφτει στα νερά της. ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΘΘΩ Με έντασιν πολλήν κάποτε προσεπάθουν τη μοναξιάν να φαντασθώ και να την τραγουδήσω- τι ποιητής θα ήμουν αν δεν έγραφα και κάτι περί μοναξιάς.. Τώρα στη μοναξιάν τελείως βουτηγμένος δεν την τραγουδώ. Αυτή για μένα ωραία τώρα γράφει αυτή ωραία με τραγουδά και με χορεύει. Κι ούτε κοπιάζει να με φαντασθεί` εντάσεις και προσπάθειαι δεν της χρειάζονται- καταδικόν της μ’ έχει. Θ’ ΑΝΑΣΤΗΣΩ Στρατιώτες λογχοφόρους θέλω εγώ- δε θέλω Σίμωνες στην άγρια μάχη’ κι ούτε με ψεύτικες ελπίδες ζω- ξέρω-ανάσταση για μένα δεν υπάρχει. Όχι πως Σίμωνες δεν έψαξα να βρω ή δεν επάσκισα τις λόγχες ν’ αποφύγω` μονάχος όμως σέρνω ακόμα το σταυρό κι οι λογχισμοί πληθαίνουν λίγο λίγο. Ποιος ξέρει..ίσως μέσα μου να κλείνω τη δύναμη που θα ‘ρθει να με σώσει- που θα με κάνει τις πληγές να υπομείνω και ίσως ίσως το σταυρό μου να σηκώσει. Όχι! Δε θέλω Σίμωνες εγώ! Μονάχος το σταυρό μου θε’ να στήσω μονάχος μου διπλά θα σταυρωθώ κι ένα Χριστό δικό μου θ’ αναστήσω. ΤΟ ΛΕΙΟ Κάθε Σαββάτο το πρωί μες στο λεωφορείο σπερνά και γριές μαυρόντυτες βλέπει παντού η ματιά και λυπημένοι ψίθυροι μου σκίζουνε τ’ αυτιά καθώς σιγά πηγαίνουμε προς το νεκροταφείο. Όταν κατέβουμε, οι γριές, που τρέμουν μες στο κρύο μπροστά στους τάφους στέκονται, και με βαριά καρδιά (ενώ τον ήλιο σύννεφα σκεπάζουν μολυβιά) προσεκτικά ευπρεπίζουνε το μάρμαρο το λείο. Ύστερα τ’ άνθη τα παλιά με τα καινούργια αλλάζουν και με λογάκια τρυφερά στη λύπη βουτηγμένα σαν οι νεκροί να ζούσανε μαζί τους κουβεντιάζουν. Κι εκείνοι, αργά τα κρύα τους που δάκρυ στάζουν κι αίμα στον όρθρο μισανοίγοντας μάτια τα σαπισμένα μ’ ένα πικρό τις άχρωμες γριές κυττάζουν βλέμμα. ΜΠΟΡΕΙ Μπορεί να ‘ρθουν καθώς κοιμάμαι ονειρικοί εφιάλτες με άμφια τρόμου ντυμένοι, κι έτσι ανίδεος όπως θα ‘μαι πεσμένος πάνω στο ανάκλιντρό μου, να με τρομάξουν-να ξεφωνίσω φωνές της φρίκης -και να ξυπνήσω. Πάλι μπορεί ανθρώπινοι ήχοι αρπαχτικά τριγύρω να στείλουν όρνια να με τρυπήσει το κρύο τους το νύχι να με σκεπάσουν βροχές και χιόνια και να τρομάξω-να ξεφωνίσω φωνές της φρίκης -και να ξυπνήσω. Φέρτε θεοί τον ύπνο εκείνο που τελειωμό δεν έχει-όπου λειμώνες φρικώδεις δεν υπάρχουν, και να μείνω κάνετ’ εκεί στων αιώνων τους αιώνες- να μην τρομάξω και ξεφωνίσω φωνές της φρίκης-να μην ξυπνήσω. Ο ΧΡΟΝΟΣ Ο χρόνος σιωπηλός μέσα μας ρέει σαν πνεύμα διαπερνώντας μας καλό σβύνοντας τα παλιά βαριά μας χρέη μ’ ένα του φύσημα σαν χάδι απαλό. Εμείς παιζογελούμε σαν παιδάκια και για τα μέλλοντα φροντίζουμε πολύ` σε σκοτεινά πλανιόμαστε σοκάκια και παραδέρνουμε γυρεύοντας φιλί. Κι χρόνος σιωπηλός μέσα μας ρέει σαν πνεύμα διαπερνώντας μας καλό σβύνοντας τα παλιά βαριά μας χρέη μ’ ένα του φύσημα σαν χάδι απαλό. ΤΑ ΦΙΝΑ Πάνω στο ξύλινο τραπέζι μία παρέα χαρτοπαίζει` μικρά πολύχρωμα πουλάκια τ’ αθώα της τράπουλας χαρτάκια. Παίζουν οι παίχτες ζαλισμένοι κι ούτε στο νου τους που πηγαίνει πως τα χαρτιά παίζουν και κείνα τα παιχνιδάκια τους τα φίνα. Με χέρια τρέμοντα οι καϋμένοι παίρνουν το επόμενο χαρτί την ντάμα ψάχουν αλλ’ αυτή πισ’ απ’ το δύο είναι κρυμμένη. ΠΛΑΝΗ Πολλές φορές γυρίζοντας απ’ τον περίπατό μου κι ο νους ενώ σ’ απόκρυφους έρωτες μ’ οδηγάει κι απ’ αγκαλιά σε αγκαλιά και σε φιλί με πάει μία μικρούλα συναντώ εις τα μισά του δρόμου. Μ’ αντιπερνά νωχελικά με λικνιστό ένα βήμα και μου λιγώνει την καρδιά καθώς γεμάτη νάζι τα μάτια μισοκλείνοντας στα μάτια με κυττάζει και κάποιας σπάνιας ευωδιάς μου στέλνει ένα κύμα. Από τον πόθο φλέγεται όπως εγώ κι εκείνη (μιλά το πράγμα μόνο του) να πάρει τα φιλιά μου στην, ως την πλάθει, τρυφερή να γείρει αγκαλιά μου και κει κλεισμένη ερωτικά για πάντοτε να μείνει. Αυτό μαντεύοντας κι εγώ, έχω καιρόν αρχίσει τα πονηρά μισόλογα, τις μικροϋποκλίσεις τις σιγοκαλησπέρες μου` αλλ’ οι αντααποκρίσεις από την άλλη τη μεριά σαν να ‘χουνε αργήσει. Σε κάποιο φίλο τα ‘λεγα χτες στο λεωφορείο και -σύμπτωση- την ήξερε «αυτή την κακομοίρα»: γέροι και άρρωστοι γονείς, δύο παιδιά και χήρα` και για να ζήσει εργάζεται σ’ ένα βυρσοδεψείο. Τα μάτια τα μισόκλεινε λοιπόν γιατί νυστάζει. Νωχελικά δε βάδιζε, μα βαριοκουρασμένα` Κι η μυρωδιά που εξωτική μου φαίνονταν εμένα από κανένα θα ‘ναι υγρό στα δέρματα που βάζει. ΟΙ ΑΝΘΟΠΩΛΕΣ Οι ανθοπώλες της οδού βασίλισσας Σοφίας δεν είναι παρ’ αναίσχυντοι κι απαίσιοι μαστροποί: λουλούδια κόβουν και μετά μετά πολλής μανίας τα διατιμούν και τα πουλούν χωρίς καμιά ντροπή. Βάζουνε στα λουλούδια μας ταμπέλες και τιμές και διαλαλούν τις χάρες τους σαν να ‘τανε γυναίκες από εκείνες τις φτηνές γυναίκες τις κοινές που όλοι τις λεν Βερόνικες και Ρούλες και Αλέκες. Φριχτή μια φτιάχνοντας σειρά που μοιάζει νεκρική στις πόρτες στέκουν των φτηνών μικρών τους ισογείων και θησαυρούς σωριάζουνε με μιαν ευγενική μάσκα άτεχνα σκεπάζοντας πρόσωπα ηλιθίων. Κι όπως οι κράχτες στα φτηνά λιγόφωτα μπουρδέλλα με πονηρά καλέσματα μολύνουν τη σιωπή και στους φτωχούς περαστικούς σαν διψασμένη βδέλλα κολλάν οι λουλουδάτοι μας απαίσιοι μαστροποί. ΔΙΑΦΥΓΗ Μ’ ευθύνη και με φόβο φορτωμένοι μες στης ζωής βαδίζουμε το δρόμο` τετράγωνο-κοφτό το μαύρο γένι και η ψυχή μας γεμάτη τρόμο. Η γη στο γύρισμά της μας ζαλίζει. Ωχροί πολύ ξερνάμε καθε τόσο κι ύστερα πιάνουμε το μετερίζι και κάνουμε και πάλι τον καμπόσο. Για όλα έχουμε τρόπο` και μονάχα για τη φρικτήν όταν ακούμε ώρα πως δεν προσέχουμε κάνουμε τάχα, ή γράφουμε ποιήματα-όπως τώρα. ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Αγάπη, μυστηριώδικο πουλί ενός χαμένου ή άβρετου παράδεισου- αγάπη τα παιδιά σου ο πόνος κι η χαρά πώς παίζουνε μαζί μου κάθε μέρα.. Ας ήτανε καλή μου να μπορώ τις χάρες σου να γεύωμαι μονάχα` οι πόνοι σου αβάσταχτοι μου μοιάζουν και με λυώνουνε κάθε φορά. Κυρά-Θεά-Βασίλισσα-Μοίρα Καλή τις πιο γλυκές στιγμές σου όταν μου δίνεις και τότε ακόμα-δεν μπορώ αλλιώς- θεριό σε λέω Αγάπη και Φωτιά. ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ -Παιδικά ωραία χρόνια! Τι αξέχαστες χαρές! Τι αγνοί αλήθεια πόθοι! Τι ελπίδες καθαρές! Τι τρελλά που με μεθούσε κάθε ρόδου ευωδιά και πώς χτύπαγε να σπάσει στη χαρά της η καρδιά.. Μα περάσανε τα χρόνια. Παν οι όμορφοι καιροί. Εβρωμίσαν οι ελπίδες κι ειν’ οι πόθοι νοσηροί. Όσα ρόδα κι αν μυρίσω τώρα πια δεν ωφελεί της τρελλής εκείνης μέθης δε θα νιώσω το φιλί. Κι απ’ τα χρόνια που ‘χουν φύγει και ποτέ δε θα ‘ρθουν πια έχει μόνη απομείνει μία θύμηση γλυκειά. Μία θύμηση πλεγμένη με χιλιάδες μυστικά- χρόνια όμορφα, ωραία, χρόνια πλάνα, παιδικά.. ΤΟ ΦΥΤΟ Ένα μικρούτσικο φυτό κορόϊδευε τη γλάστρα που το ‘θρεφε` της έλεγε πως τάχα θα μπορούσε δίχως εκείνη, τη μικρή, μεγάλο αυτό, να ζήσει. Η γλάστρα δεν εθύμωνε. Κυρία μυαλωμένη χαμογελούσε μοναχά και του ‘λεγε θλιμμένη: «κουτό φυτό, αν σπάσω εγώ κι εσύ θα ξεψυχήσεις». Μα το φυτό δεν πίστευε τις τέτιες εξηγήσεις. Κι έτσι περνούσεν ο καιρός ως που ‘ρθε κάποια μέρα κι έσπασε η γλάστρα η μικρή` το χώμα της εχύθη και το μοκρούτσικο φυτό επρόλαβε μονάχα να θυμηθεί προτού χαθεί τη γλάστρα να του λέει: «κουτό φυτό, αν σπάσω εγώ κι εσύ θα ξεψυχήσεις». Κι αλήθεια τούτη τη φορά δεν είχε αντιρρήσεις. ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Η ΒΡΟΧΗ Μ’ αρέσει του Φθινόπωρου η βροχή τα γκρίζα της φτερά καθώς απλώνει` μ’ αρέσει του Φθινόπωρου η βροχή κι ας διώχνει απ’ τη φωλιά το χελιδόνι. Μ’ αρέσει του Φθινόπωρου η βροχή των δέντρων τα κλαδιά κι ας τα γυμνώνει` Μ’ αρέσει του Φθινόπωρου η βροχή- ποτίζει την αγάπη μας και κείνη μεγαλώνει. ΜΕΛΙ Περνάν οι τουρκογύφτισσες να παν στο πανηγύρι. Οι φούστες ανεμίζουνε’ οι μπούστοι αφροφουσκώνουν` ανάλαφρο περπάτημα τα ποδαράκια απλώνουν και μια δροσιά ξεχύνεται στο καυτερό λιοπύρι. Περνάν οι τουρκογύφτισσες κι όπου το μάτι γείρει βλέπει χεράκια μελαψά σαν πλόκαμοι ν’ απλώνουν και κόρφους ασημόχρυσους που πόθους ξεσηκώνουν- πόθους που μοιάζανε νεκροί και που φαντάζαν στείροι. Πετράδια ψεύτικα τ’ αυτιά και το λαιμό στολίζουν κι έρωτες στα μαλλάκια τους τα μαύρα παιχνιδίζουν κι όταν το λάστιχο κορμί ξεδιάντροπα λυγάνε μοιάζουν θεές της ηδονής και της χαράς αγγέλοι που αν τα δροσάτα χείλια τους δαγκώσεις στάζουν μέλι και ζαχαρένιες σαϊτιές τα μάτια τους πετάνε. ΝΑ ‘ΜΟΥΝΑ Θα ‘θελα ένας να ‘μουνα απ’ αυτούς τους μικρεμπόρους που στις γιορτές πηγαίνουνε-που παν στα πανηγύρια και τις σκηνές τους στήνουνε στους ακαλύπτους χώρους. Που έξη στο δεκάρικο πουλάνε τα ποτήρια που λουλουδιών παράξενων πουλάνε κάτι σπόρους και μύρια όσα κρύβουνε τα ράφια τους μυστήρια. Που λαμπερές κι αστράφτουσες λάμπες ασετυλίνης κάνουν να φέγγουν πιο πολύ τα χαρωπά τους μάτια που τ’ αη-Γιανιού και τ’ αη-Λια και της αγια-Ειρήνης την τιποτένια διαλαλούν φτηνή τους την πραμάτεια ενώ με χέρια τα φτερά μιας τέτοιας πλάνας δίνης χτίζουνε μες στη μνήμη μας μαγευτικά παλάτια. Και θα ‘θελα σα λείψουνε και οι στερνοί διαβάτες και μετρηθεί και η στερνή δραχμούλα στο κανάτι δίπλα εκεί, πίσω απ’ τις δυο τις κρεμαστές φλοκάτες με τη βοηθό μου τη μικρή και μαυροτσινοράτη- που τόσους μαγνητίσανε τα μάτια της πελάτες- γλυκό να στήσουμε χορό απάνου στο κρεβάτι. ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΤΗΣ Εβαδίζαμε σιωπηλοί. Ξάφνω ήρχισε να ομιλεί. Ηρέμως εις την αρχήν θερμώς κατόπιν` προς το τέλος είχεν ερεθισθεί τόσον ώστε εκραύγαζε και εχειρονόμει διστάζουσα πολλάκις τας καταλλήλους λέξεις αναζητούσα. Τέλος εκόπασε-σχεδόν και ο δρόμος μας είχε τελειώσει. Πολύ πειστικά είχεν ομιλήσει και δίχως άλλο θα με είχε πείσει δια την αθωότητά της αν εις τα μάτια όταν την είδα δεν διέκρινα μίαν μικράν σκιάν συμπεπυκνωμένην και πολλαπλώς πιεσμένην υπό το βάρος τόσων επιχειρημάτων. ΧΙΛΙΟΚΟΥΡΣΕΥΤΑ Α! Ζωή ξεγελάστρα! Πώς τους νιους ξεγελάς μη σ’ αφήσουν αν κακιά και σκληρή σε νομίσουν! Ουρανούς τάζεις κι άστρα και ιδέες τους δίνεις για να βρουν κάποιο λόγο να ζήσουν το σκοτάδι σου φως να γεμίσουν μαύρη νύχτα μη μείνεις. Α! Ζωή ξεγελάστρα! Ειν’ αργά όταν πια εννοήσουν κι όλοι μοιάζουν τα μάτια πριν κλείσουν χιλιοκούρσευτα κάστρα. ΤΙ ΜΑΣ ΛΕΣ Κι αν περνώντας απ’ το πλάϊ καλημέρα δε μας λες τι μας λες τι μας λες κι αν ξεχνάς κάτι κουβέντες που ελέγαμε τρελλές τι μας λες τι μας λες κι αν εσύ γελάς σαν κλαίω κι αν γελάω εγώ σαν κλαις τι μας λες τι μας λες αν εσύ με διώχνεις μία με γυρεύουνε πολλές τι μας λες τι μας λες. ΨΥΧΡΗ Του χρόνου σκέφτομαι τέτιον καιρό πού θα ‘μαι… σε ποιας μικρής την αγκαλιά θα κοιμάμαι… Θα είναι όμορφη; θα ‘ναι θερμή; Κοκέττα; και θα ξέρει το άρωμα να βάζει που της πάει; Μεγάλα λόγια όμως δε λέω. Προβλέψεις δε θα κάνω πια. Ό, τι μου τύχει` γιατί τα ίδια έλεγα και πέρσι κι ενώ εδιάλεγα ένα χρόνο μου έτυχε για φέτος η Μαρία: κι άσχημη και στον έρωτα ψυχρή. Ό, τι μου τύχει. Η ΒΑΛΑΝΙΔΙΑ Στην αυλή του φτωχικού μας όπου παίζαμε παιδιά έχει μόνη απομείνει μια γριά βαλανιδιά. Και θυμάται λυπημένη τη ζωή της την παλιά στη δροσιά της τα παιδάκια στα κλωνιά της τα πουλιά. Στις ζημιές μας καταφύγιο του σπιτιού μας φυλαχτό και τα φύλαγε και κείνη όταν παίζαμε κρυφτό. Χτες επήγα και την είδα’ όταν μ’ είδε τι χαρά! Και πώς γέμισαν με δάκρυα τα κλωνιά της τα ξερά! Κι όταν κίνησα να φύγω με θλιμμένη την καρδιά κι ως για τελευταία τώρα την εκύτταξα φορά είδα πάνω της ν’ ανθίζει ένα πράσινο κλαδί: είχε γίνει πάλι νέα κι εγώ ήμουνα παιδί. ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ Τα κίτρινα τα πρόσωπα αυτού του κάδρου όπου φιλούν τα πόδια του Ισαύρου λες κι έχουν μέσα τους κάποιαν αρρώστια- χτικιό σαν να τους τρώει τα εντόσθια. Η επιφάνεια του τζαμιού η λεία η σιγανή που πάνω του σπάζει ομιλία τα πρόσωπά μας καθρεφτίζει τα ωραία καθώς οι δυο κυττάζουμε παρέα. Ολύμπια ηρεμία στο Μουσείο. Στου φύλακα το μέτωπο το θείο μονάχα μία μύγα περπατάει τριγύρω όταν βαριέται να πετάει. ΜΟΝΑ Στις τρεις Αυγούστου πέθανες Άγγελε Τερζάκη. Στις τρεις Αυγούστου έσβυσε το μεγάλο τζάκι που γύρω του μας μάζευε τις νύχτες του χειμώνα σαν τα παιδιά που, αδύναμα, φοβούνται να ‘ναι μόνα. Μες στο βιβλίο των Καιρών καινούργια μια σελίδα θ’ ανοίξει` και ολόλαμπρη επάνω της μι αχτίδα- της μούσας σου συντρόφισσα κι αδέρφι του Πηγάσου- στοχαστική διαβαίνοντας θα γράψει τ’ όνομά σου ΠΕΡΙΠΟΥ ΣΤΙΣ ΕΞΗ Περίφροντις ασθμαίνεις αμυνομένη. Ανάκλασις κατόπτρων ερυθρών αι ζέουσαι εναντιώσεις σου. κάθε πρωί η ημέρα σε ένα εμβρόντητο πανέρι σε αποθέτει και σε περιφέρει ανέκφραστον και ηδείαν. Θάμβος και ίλιγγος σε διαπερνούν δι ολίγον όταν με τα γυμνά ξίφη μας διασταυρούσαι. τα όρη ανατείνονται τανύοντα τα υπόγεια πόδια των και σε φιλούν διερχομένην.Εσύ τότε γελάς. Αναλλοίωτη και τερπνή υπάρχεις. Τα άνθη του φωτός ακαταπαύστως δακρύοντα σε ραίνουν εξ ου η δρόσος της φωνής σου εξ ου τα μικρά ρυάκια ελέους που από τ’ ακροδάχτυλα των κάτω άκρων σου αναβλύζοντα ξεδιψούν την απελπισία μας. Ανάρμοστη κίνησις δεν υπάρχει στο πλησίασμά σου. Αρμονικά όλα τα ιστία σου δένουν. Η θάλασσα τη γαλήνη σου εκφράζει κοπάζουσα. Δεν είσαι μόνο μία σχεδία στο πέλαγος, μα και το στήριγμά της. Όταν στην απρόσμενη κάθοδο των πάμφωτων άστρων τα ουράνια πλατύνονται ανοιγόμενα, το άνοιγμα των χεριών σου μιμούνται όταν το μέγεθος του αλιεύματός σου ελαστική περιγράφεις (πάραυτα τα αλιεύματα μεγεθύνονται υπερβάλλοντα την κατάδειξιν)` και αυτό το γνωρίζεις, αλλά προσποιείσαι εσωστρεφή απορίαν. Η συντροφιά διαλύεται περίπου στις έξη, Στις εφτά όλοι σχεδόν έχουν κοιμηθεί. Ιδίως όσοι αύριο έχουν δουλειά. Αγρυπνώσα τους παραστέκεις. ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΞΕΝΟ ή Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΟΥ Το σπίτι παγωμένο.. το δώμα αδειανό.. Δέστε..δεν είμαι ξένο.. δεν είμαι μακρινό.. Κι αν έπρεπε να φύγω σε τόπου αλλουνού τα νύχια, έστω για λίγο, εσάς είχα στο νου. Εσάς είχα στη σκέψη στο χτύπο της καρδιάς σας στου φιλιού τη γέψη στο ξένο φως εσάς. Για σας για να μιλούνε τα χέίλη ειν’ ζωντανά για σας θα ορκιστούνε ποτέ-ποτέ ξανά. Εσάς υνμνολογούσε το αίμα της καρδιάς όταν βαρύ κυλούσε σ’ αυλάκι ξενητειάς. Κι αν ειχα αφήσει αχνάρια βαθιά σε κάθε οδό ήτανε τα σημάδια για να ‘ρθω πάλι εδώ. Εσάς είχα συντρόφους στην ξένη πικρογή εσάς στους έρμους τόπους παρηγοριάς πηγή. Γι αυτό σας λέω-μη θέτε να βρέξει ο ουρανός αίμα οργισμένο-δέτε: μπροστά σας στέκω αγνός. Μη σπίτι παγωμένο.. μη δώμα αδειανό στέκεις` δεν είμαι ξένο.. δεν είμαι μακρινό.. ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ Μαζί με το σώμα ο θάνατος παρασύρει όλες τις λέξεις τις επιούσιες και επικλινείς και όλες τις λέξεις τις μη επιούσιες και μη επικλινείς. Ύστερα, ούτε ο αέρας που πριν αυτές γέμιζαν δε μένει ούτε η ηχηρή προφορά ούτε η αίσθηση του νοήματός τους. Μαζί τους παίρνουν όλες τις πηγές τους και βυθίζονται αφήνοντας λευκή την επιφάνεια για καινούργιες ψευδαισθήσεις. ΣΑΣ ΞΕΡΩ Για σας ξέρω πριν έρθετε γι αυτό και σας καλωσορίζω πριν σας δω. Ξέρω για σας πριν τα καλέσματα μου στείλουν οι ανάπηροι αντάρτες- πριν των νεκρών συντρόφων ο χαμός ηχήσει άπνους πάνω απ’ τη στάχτη των ιδανικών μας. Για σας που πολεμήσατε τον ίδιο εχθρό πριν από μένα ξέρω πολλά- ήμουν το βάρος στο σφυρί κι η κόψη στο δρεπάνι. ΜΑΥΡΟ-ΑΣΠΡΟ Οι μαύροι ωκεανοί δε με φοβίζουν` πιοτό φαρμακερό αλλά τους πίνω. Μα η άσπρη όταν έρχεται σταγόνα το φως της το πολύ πώς ν’ απαλύνω; Άχου-τη λύπη την κρατώ μες στο φαρδύ μου ράσο μα τη χαρά μου-τη χαρά! με ποιον να τη μοιράσω; ΖΕΝΤΑ Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! ‘ο τύμπανο ηχεί μες στη νύχτα. Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! ‘ο τύμπανο ηχεί μες στη ζούγκλα. Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! ‘ο τύμπανο ηχεί λυπημένα. Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! Η Ζέντα ξεψύχησε τ’ απόβραδο. Τραμπ! Τραμπ! τραμπ! Η Ζέντα ξεψύχησε με ρόδα στα χείλη; Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! Η Ζέντα ξεψύχησε καλώντας εσένα. Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ! ΤΑ ΔΡΥΙΝΑ Απίθωσαν το δρύινο κάδο πάνω στο παλιό δρύινο βαρέλι το γλυκό κρασί γεμάτο και κοιμήθηκαν. Το πρωί στο μέρος όπου ήταν αφημένα είχε φυτρώσει μια μικρή περήφανη και πεταχτούλα- μια μικρή βαλανιδιά γαλανομάτα. ΟΙ ΣΟΒΑΡΟΙ Τα βλοσυρά τα πρόσωπα, τα συνοφρυωμένα μη σας γελάνε φίλοι μου-δεν είναι αληθινά` Τα βλοσυρά τα πρόσωπα-μάθετε από μένα γιρλάντες κρύβουν μέσα τους απ’ άνθη εαρινά. Κατ’ απ’ την άγριαν όψη τους χίλια τρελλά παιχνίδια ριζώνουνε αφύτρωτα κι ανάνθιστα σπαργούν` μύρια κρυφά αφανέρωτα στριμώχνονται στολίδια που αζήτητα κι αχάριστα σκουριάζουνε και σπουν. Μες στ’ αυστηρά κι αγέλαστα, σφιχτοκλεισμένα χείλη αειπάρθενες, ατρύγητες μαραίνονται ηδονές κι ας μην ακούτε σεις ποτέ απ’ αυτά καλοί μου φίλοι τις που πλαντάαζουν μέσα τους χαρούμενες φωνές. Κι όσα δεν τρέχουν δάκρυα από τα σκληρά τα μάτια στις μυστικές του έρωτα κυλούνε τις βραγιές και της αγάπης τα στενά νοτίζουν μονοπάτια που σκοτεινά φαντάσματα γεμίζουν τις βραδιές.. Τα χρόνια φεύγουν άφωτα κι οι άφωτοι κερδίζουν τον τίτλο που ανείπωτα μισούνε: «σοβαροί»` μα την ψυχή ματώνουνε και την καρδιά ξεσχίζουν όλα εκείνα που αυτοί δεν έχουνε χαρεί. ΕΝ’ ΑΨΥΧΟ ΚΟΥΦΑΡΙ -Ποιος εισ’ εσύ που’ ρθες εδώ στο σπίτι μου απόξω και περκαλείς γονατιστός την πόρτα να σ’ ανοίξω; -Είμαι αυτός που ως τα χτες αγάπη σου ζητούσα κι εσύ δεν καταδέχοσουν ούτε να με κυττάξεις. -Εσύ ‘χες μάτια σκοτεινά πώς λάμπουν έτσι τώρα; εσύ ‘χες άσχημη θωριά και τώρα είσαι ωραίος. Πρώτα τα χείλια σου ήτανε στεγνά και μαραμένα κι ως χτες που σ’ ήξερα ήσουνα γέρος κοκκινοτρίχης. -Χτες βράδυ στην απόκρυφη την αγορά επήγα και την ψυχή μου έδωσα για ομορφιά και νιάτα. Τρεις μέρες θα ‘μαι όμορφος τρεις μέρες θα ‘μαι νέος- τρεις μέρες-και την τέταρτη άσχημος πάλι-γέρος. -Βάγια Βαγιώ Βαγιούλα μου κλείσε τα παραθύρια την πόρτα διπλασφάλισε κι άμα ρωτούν για μένα να λες πως είμαι άρρωστη με πυρετό μεγάλο κι ότι τρεις μέρες μοναχή πρέπει να μείνω τάχα. Τρεις μέρες-και την τέταρτη έλα να με βοηθήσεις να διώξουμ’ ένα γέρικο εν’ άψυχο κουφάρι. ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ Τα όνειρα που ‘χω στη ζωή καμωμένα περίλυπα στέκουνε γύρω από μένα και κλαιν τα ματάκια τους, και θλιβει η μορφή τους και άκαρποι πέφτουν και παν οι καρποί τους. «Γιατί» , με ρωτάνε, «γιατί να μας πλάσεις; Τα ράκη εμείς κι οι ζητιάνοι της πλάσης. Αστέγαστα, ατέλεστα, κούφια γυρνάμε κι η νύχτα μας έφτασε και πια πού θα πάμε;» Κι εγώ πονεμένα κι έτσι έρμα ως τα βλέπω με όση μ’ απόμεινε θέρμη τα σκέπω και δίχως μιλιά-τι να πω..τι να πούμε.. μαζί προχωράμε..μαζί περπατούμε.. ΑΝΥΠΟΠΤΗ Το απόγευμα πέφτει κάπως βαρύ στους λεπτούς ώμους σου και το σχήμα τους παίρνει. Οι κλείδες δύο σκιερές αιχμές της επερχομένης εσπέρας (οι αστυνόμοι περιπολούν άτεγκτοι και αδηφάγοι εδώ). Γιορτινά σε κρατώ από το σφύζον χέρι σου. Η βασιλική φλέβα σου πορφύραν αιδούς περιβαλλομένη πάλλει φαιδρά στο αδρό κράτημά μου. Ενύπνια τρόμου εποφθαλμιούν τους κοιμωμένους. Διάσπαρτοι ευτυχείς βόμβοι μελισσών γεμίζουν τη θλίψη της ώρας με αδιάπτωτο παράπονο. Το μονοπάτι με τις πέτρες, τις επιγραφές, τις πεταλούδες και με τα πουλιά κατιόντα πάνω στα στίλβοντα βατόμουρα δικαιώνει την ύπαρξή μας και επιτείνει την απόφαση βαδίσματος. Σαν τόξο πάνω μου γέρνεις. Βέλη ευφρόσυνα εκτοξεύεις κάθε τόσο που τις αυστηρές μορφές απαλύνουν. Σε κάθε λουλούδι που βλέπεις πηγαίνεις κι έρχεσαι. Γερτός σε δέχομαι και σε προπέμπω. Οι ασθενείς άνεμοι του μετεωρολογικού δελτίου δε θα ταράξουν το κάλλος του απογεύματος που με σένα απούσα μέσα του περιδιαβαίνω. ΣΥΧΩΡΕΣΤΕ ΜΕ Αν κάποια μνήμη πέρα από το σκότος και το φως μ’ εξουσιάζει` αν κάποια ρίζα υπάρχει ακλόνητη που μ’ έχει μεγαλώσει φύλλο ολότρεμο του κάθε αγέρα` αν κάτι ανυπόκριτο με ξαναχτίζει μακριά του’ αν κάτι πέρα από το Εκεί κι από το Τότε θάλλει κάπου ανύποπτον ορίζοντάς με αν κάτι που μου ανήκει, οριστικά κλείνει τον κύκλο του` αν κάτι σίγουρα μου ‘χει δοθεί αθάνατο, μοναδικό, αγνό, απ’ αυτό απ’ αυτό, απ’ αυτό ζητώ να μου δώσει τη δύναμη να μιλήσω και να πω: «συχωρέστε με- συχωρέστε με όντα αυτού του κόσμου που υπήρξα κι εγώ ανάμεσά σας». Κι απ’ αυτό απ’ αυτό απ’ αυτό- το πιο βαθύ απ` το κορμί μου` το πιο κρυφό απ` την ψυχή μου` το πιο μεγάλο μου από το νου` απ’ αυτό ζητώ, όντα αυτού του κόσμου να σας δώσει τη δύναμη να με νιώστε όταν λέω: Συχωρέστε με- συχωρέστε με όντα αυτού του κόσμου που υπήρξα κι εγώ ανάμεσά σας». «ΣΩΠΑ» Τη νύχτα προς τις δυόμισυ με τρεις σαν μεθυσμένος μ’ αϋπνία μπεκρής στον ουρανό κυττάζω κι αντικρύζω το φεγγαράκι το ασημί και γκρίζο. Μόνο καθώς εμένα περπατεί στον ουρανό τον έρμο και πλατύ χλωμό σαν άρρωστο ένα παιδάκι και με πικρό-αγέλαστο χειλάκι. Και λέω: «τι να κάναμε κι οι δυο και μια ζωή περνάμε ρημαδιό..» και λέω: «ποιος τους δρόμους μας χαράζει και οδοιπόρους μέσα τους μας βάζει..» Και λέω: «όποιος κι αν είναι, όσο ζει χαρούμενη μια μέρα να μη δει- του πόνου η φωτιά να τονε καίει και όλο να θρηνεί, κι όλο να κλαίει.» Και πριν ο λόγος μου κιωθεί ο φριχτός «σώπα! » μου λέει του φεγγαριού το φως, «έτσι που εκεί θερμά παρακαλιέσαι τον εαυτό σου αδέρφι καταριέσαι». Η ΜΕΡΑ ΠΡΙΝ ΕΡΘΕΙ Η μέρα πριν έρθει ανοίγει μια χαραμάδα της στο φως. Σα δει πως ζω ξεκινάει. Γαντζωμένη απ’ τις αχτίδες του πρώτου ήλιου ξετυλίγεται φωτεινό χράμι πάνω σε θάλασσες και όρη (το σκότος από κάτω της ασφυκτιά). Με τις τσέπες της γεμάτες διλήμματα και λαθεμένες αποφάσεις υπομονετικά περιμένει ώσπου ο τελευτα

  31. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Μάι. 24, 2008 @ 01:58:02

    Aγαπητέ Γιώργο, σε καλωσορίζω, καλώς βρεθήκαμε.
    Μπήκα να δω το σχόλιό σου και….
    αντίκρυσα ολόκληρη ποιητική συλλογή.
    Δεν πρόλαβα να τα διαβάσω όλα.
    Κάτι λίγα αποσπασματικά που είδα μου κίνησαν μεγάλο ενδιαφέρον.
    Σύντομα, να βρω το χρόνο, θα τα διαβάσω όλα και θα σου απαντλησω εεπί της ουσίας.
    Γιατί όμως διάλεξες ν΄αφήσεις τους στίχους σου, σε τουτους εδώ τους στίχους;
    Φιλιά πολλά και θα τα πούμε σύντομα.

  32. Γιώργης Χολιαστός
    Ιον. 19, 2008 @ 01:47:07

    Κύριε Σολωμάντζαρε
    Πρώτα ευχαριστώ για την ευγένεια που δείχνετε.
    Τους στίχους μου τους άφησα εδώ γιατί είδα Σολωμάντζαρος, άραγε είπα περί ποίησης πρόκειται. Γιατί ούτε θα τολμούσε, ούτε θα σκεφτόταν κανείς, να πάρει αυτό το ψευδώνυμο αν δεν είχε σχέση με την ποίηση.
    Αυτό μου άρκεσε για να αφήσω τους στίχους μου.
    Κύριε Σολωμάντζαρε, σπέρνω.
    Από μικρός σωρεύω σπόρο-τα ποιήματά μου. Τι άλλο να τον κάνω παρά να τονε σπείρω; Κι όποιος κι όσοι φυτρώσουν. Κήποι για τέτιου είδους σπόρο δεν υπάρχουν. Το χώμα η μόνη ελπίδα για να ριζώσουν και να καρπίσουν -όσοι και όποτε. Εκείνο μόνο που θεωρώ καθήκον μου να κάνω είναι να διαλέγω-όσο μπορώ- τα χωράφια που κάνω τη σπορά μου: όχι πετρώδη, όχι ξερικά, όχι λασπώδη, κατά το δυνατόν εύφορα κλπ. Θα φάνε τα πουλιά, θα πάρει το νερό, θα παγώσουν, θα καούν, θα σαπίσουν άλλα, μερικά όμως, κάπου, θα «δέσουν».
    Πιθανολόγησα τον αγρό σας σαν δυνητικά εύγειον και αυτό ήταν.

    Δεν επιζητώ την κρίση σας.
    Έχω τη γνώμη ότι ο καλλίτερος κριτής των γραφτών του είναι ο ίδιος ο λογοτέχνης-αν είναι πραγματικός λογοτέχνης.

    Από ίντερνετ, στο οποίο θητεύω μόλις δυο μήνες, ξέρω μόνο να φτιάχνω μπλογκς, να στέλνω σχόλια ή…«σχόλια», και να παραπέμπω στα μπλογκς μου. Το τι θα πεί και τι κάνει ένα λινκ και πώς το κάνει, τι είναι όλα αυτά τα κατεβατά που βλέπω δεξιά και αριστερά από την κύρια στήλη πολλών μπλογκς, τι σημαίνουν τα ονόματα πάνω και κάτω από κάθε σχόλιο (εννοώ ποιος ο αποστολέας και σε ποιον γράφει), όλα αυτά και πολλά άλλα μου είναι άγνωστα.

    Από αυτά που ξέρω θα κάνω χρήση τώρα της γνώσης μου για την παραπομπή στα μπλογκς μου, για να σας στείλω κάποια.
    Αν λοιπόν θέλετε να δείτε κι άλλα μου έργα, στη σελίδα http://dpkdpk.blogspot.com θα βρείτε μέρος των ποιημάτων μου, στη σελίδα http://mikramonoprakta.blogspot.com θα βρείτε μερικά μονόπρακτά μου, στη σελίδα http://euagapos.blogspot.com θα βρείτε μερικά έμμετρα θεατρικά μου, στη σελίδα http://fanatikossoulakierota.blogspot.com θα βρείτε μερικά από τα διάφορα, όπως σατιρικά, έμμετρα και πεζά.
    Αυτές είναι λίγες από τις σελίδες μου.
    Μη με ρωτήσετε γιατί σας στέλνω εκεί. Εγώ κάνω εκείνο που για μένα είναι το σωστό. Και με τη σειρά σας βέβαια κι εσείς θα κάνετε ό,τι είναι σωστό για σας.

    Ξέρετε, νομίζω ότι οι λέξεις είναι άσκοπες και άχρηστες αν υπηρετούν τον πεζό λόγο ή την καθημερινότητα. Και γρήγορα σκορπίζονται στα εξ ων συνετέθησαν, έστω και αν πρόκειται για τα περιεχόμενα του μπλογκ σας αυτού, που πράγματι ξεχωρίζει με το είδος της κουβέντας του από τα άλλα μπλογκ που έχω υπόψη μου.
    Ελπίδα να μείνουν έχουν μονάχα οι λέξεις που φτιάχνουν ένα μεστό, εύμορφο σύνολο, γεμάτο μουσικότητα και δύναμη τέτια, που να το κάνει αχάλαστο στους αιώνες.
    Γι αυτό και ντρέπομαι που κιόλας έχω πει τόσα πολλά.
    Γι αυτό και θα χαιρόμουν μόνο αν μου στέλνατε ποιήματά σας. Από αυτά θα σας γνώριζα καλλίτερα από όπως γνωρίζει ο αετός τη φωλιά του.
    Ευχαριστώ και πάλι.
    Γιώργης Χολιαστός

  33. αλέξανδρος ανδρουλάκης
    Ιον. 19, 2008 @ 23:48:41

    #Γιώργος Χολιαστός
    Δηλαδή αν σας προσφωνούσα «κύριε Χολιαστέ», θα σου άρεσε.
    Και πάλι καλά γιατί αυτό ειναι το επώνυμό σου!
    Το Σολωμάντζαρος είναι εμφανές ψευδώνυμο.
    Θέλω να πω ότι έχω πρόβλημα με τον πληθυντικό.
    Και όταν μου απευθύνονται και όταν απευθύνομαι.
    Λοιπόν.
    Πολύ καλά νομίζω κάνεις και βάζεις σπόρους.
    Αρκεί αυτό να μην είναι σχήμα λόγου.
    Αρκεί να το εννοείς κυριολεκτικά.
    Το μεταφορικό έγκειται στο γεγονός πως όπως τους πραγματικούς σπόρους πρέπει να τους φροντίσουμε για να ανοίξουν , έτσι και τους μεταφορικούς.
    Είμαι της άποψης πως, όταν αυτό που κάνουμε μας αρέσει, το εγκρίνουμε, μας εκφράζει κλπ,
    τότε πρέπει και να το υποστηρίζουμε.
    Κι εσύ καλά το κάνεις.
    Έκανα μια βόλτα σύντομη απο τα λινκ που μου έγραψες.
    Είναι και περίοδος δύσκολη τώρα για μένα, απο πλευράς χρόνου.
    Θα έρθει η ώρα και για πιο προσεκτική ανάγνωση
    Βάζεις σπόρους.
    Τα λινκ που μου μου έγραψες είναι κάτι σαν το νερό που χρειάζονται για να ξεμυτίσουν, να ζήσουν, να εξαπλωθούν.
    Υ.Γ.
    Πως διατείνεσαι ότι ξέρεις το αποτέλεσμα ττου χρόνου;
    Είναι σκοτεινό σημείο αυτό για μένα.
    Και κάτι άλλο:
    Δεν κρίνει ο χρόνος!!!!
    Σε καμία περίπτωση δεν κρίνει ο χρόνος.
    Οι άνθρωποι κρίνουν
    Πάντα.
    Αυτό που συμβαίνει είναι οι άνθρωποι ενός συγκεκριμένου χρόνου να έχουν μια άποψη και οι άνθρωποι ενός άλλου χρονου να έχουν μια άλλη άποψη.
    Αυτό ναι, συμβαίνει.
    Πάντα όμως κρίνουν – είτε μας αρέσει είτε όχι -οι εντός χρόνου άνθρωποι.
    Να΄σαι καλά.
    Θα τα ξαναπούμε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: