Εγώ, ο Αλή Έξανδρος Πασαλάκης πασάς των Σολωμαντζαρίνων, τώρα στα στερνά μου που περιμένω τον κωλότουρκο να με σφάξει, λέω πρώτα και προφητεύω μετά:
Και λέω:
Οι γκιαούρηδες έχουν σηκώσει μπαϊράκι εδώ και κάνα χρόνο. Μαζευτήκαν σε κείνο το κωλόμπαρο στην εθνική – στον Μοριά – που το λένε «το Λαυράκι» και ντίρλα στο μεθύσι κήρυξαν την επανάσταση. Το μπαρ το έχει ένας Γερμανός νταβατζής που το σπίτι του είναι στην παλιά πόλη της Πάτρας. Μέσα στη σούρα τους τα ρεμάλια τον έντυσαν παπά και τον έβαλαν να ευλογήσει την επανάστασή τους. Έγινε χαβαλές απίστευτος . Φτιάξαν και μια σημαία με ένα μπυροδρέπανο και την κάνανε λάβαρο. Το δρεπάνι ήταν στην ουσία το γιαταγάνι τους που μ΄ αυτό θέλουνε να μας εσφάξουνε . Τη μπύρα τη βάλανε γιατί ο Γερμανός τους έχει μουρλάνει στις βαρελίσιες κι έχουν χάσει το μυαλό τους. Έχει βρει άκρη με κάτι λαθρεμπόρια από τη Γερμανία . Τους δίνει πουτάνες – που δεν είχανε – και του δίνουν καραβιές με μπύρες – που δεν είχαμε. Μετά τις δίνει σχεδόν τσάμπα στο κωλόμπαρο και αφού τους μεθύσει όλους τους βάζει να πληρώσουν ακριβά τα γαμησιάτικα. Καλή επιχείρηση έχει στήσει ο μπαγάσας. Την επανάσταση όμως δεν την περίμενε. Είδε τη φάση με την ευλογία σαν «χάπενινγκ». ‘Όταν όμως χύθηκαν τα πρώτα αίματα τόνε ζώσαν τα φίδια. Τώρα το μαγαζί του πάει κατά διαόλου και έχουνε μαζευτεί κι άλλοι νταβατζήδες να δούνε τι θα κάνουνε.
Δε θα ζήσω να δω τα χάλια σας αλλά ένας προφήτης μου έμαθε την τέχνη της προφητείας. Ολομπούνταλος ήτανε. Δεν ξέρω από πού το είχε σκάσει αλλά είχε πολύ φάση ο τρελάρας. Μέχρι και το τωρινό μου χάλι προφήτευσε. «Στην Πόλη με κόκκινα γένια» . Εκεί θα στείλει την κεφαλή μου ο σκατόψυχος ο Χασάνης που τάχαμου έχει έρθει για συμβιβασμό.
Απόκριες 1986. Ο κόσμος μασκαρεμένος σε Κολοκοτρώνηδες, Μπουμπουλίνες, Καραϊσκάκηδες, Παπαφλέσσας, Μάρκος Μπούτσαρης.
Σχολική παρέλαση στο χωριό για την 25η Μαρτίου. Μαζεμένοι – με τα πολλά – στην πλατεία γύρω από το ηρώο. Λόγοι από τους φορείς , καταθέσεις στεφανιών , ανέκδοτα μεταξύ των μαθητών και βαρεμάρα. Εγώ , μαθητής της γ΄ Λυκείου, από τους καλούς , δίπλα στη σημαιοφόρο και τ΄ άλλα καλόπαιδα. Κάποια στιγμή βλέπω τον γυμναστή μας να περιφέρεται μ΄ ένα στεφάνι ανά χείρας. Πήγαιν΄ από δω , πήγαιν’ από κει έρχεται και προς το μέρος μας. Μου απλώνει το χέρι με το στεφάνι και μου λέει:
- Πάρ’ το .
Εγώ αμήχανα το πήρα.
- Και τι να το κάνω;
- Τι τι να το κάνεις; Να το καταθέσεις!
- Εγώ;
ΙΚΑ! Η χαρά του πολίτη. Φαντάζομαι και των εργαζομένων εκεί.
Τι ; είστε αλλού ασφαλισμένοι και δεν έχετε ζήσει την εμπειρία του ΙΚΑ; Κρίμα.
Ελπίζω τα ταμεία σας να είναι εφάμιλλα του Ιδρύματος.
Μέρη σαν τα υποκαταστήματα του ΙΚΑ είναι τελείως καφκικά.
Ειδικά αν είναι μια μουντή και βροχερή μέρα του Γενάρη, με τα ερείπια του εορταστικού στολισμού να περιμένουν υπομονετικά τις καθαρίστριες.
Ο κόσμος έχει συνειδητοποιήσει πως τέλειωσε το πανηγύρι και άντε πάλι τα ίδια.
Παρόλη τη μηχανοργάνωση η χαρτούρα παραμένει οργιαστική.
Ολόκληρα στρέμματα δασικών εκτάσεων κυκλοφορούν σκονισμένα εκεί μέσα υπό μορφή χαρτιού.
Μουντοί άνθρωποι περιφέρονται από όροφο σε όροφο με φακέλους υπό μάλης ή με έγγραφα ανά χείρας .
Άλλοι μουντοί άνθρωποι σέρνονται σε ράφια και κατεβάζουν πιο χοντρούς φακέλους, ή σκίζουν τα χιλιόμετρα χαρτιού που ξεβράζουν οι εκτυπωτές.
Μια υπάλληλος παρά δίπλα είχε από ώρα παρατήσει τον υπολογιστή της και κάτι έγραφε σ’ ένα χαρτί.
Η οθόνη κατέβαζε ρητά , σοφά λόγια με μεγάλα χρωματιστά γράμματα.
Απ’ αυτά του τύπου : «ζήσε τη μέρα σου» ή «ο κόσμος έγινε για σένα» κλπ, κλπ.
Περιμένοντας κι εγώ με τη χαρτούρα μου, χάζευα τα σπουδαία αποφθέγματα που κατέβαζε η οθόνη.
Κι όταν ήρθε η σειρά μου, όπως απομακρυνόμουν , πρόλαβα να δω μια τελευταία σοφή κουβέντα:
«αν την είχα σκοτώσει αντί να την παντρευτώ, τώρα θα ήμουν ελεύθερος»
Ένα σύννεφο βολτάρει στον ουρανό κι εμείς από κάτω το κοιτάμε κι αναρωτιόμαστε για τις περιπέτειες του ταξιδιού του. Στην επόμενη βροχούλα θα μάθουμε κάποια κρυμμένα μυστικά .
Κι όπως το σύννεφο γίνεται βροχή, μπαίνει μέσα στο χώμα, στα λουλούδια , στις ρίζες των δέντρων και στις ψυχές.
Κι έτσι η γη γνωρίζει κάτι από τα μυστικά των ουρανών.
Μα και οι ουρανοί γνωρίζουν μυστικά της γης και της ψυχής μας
γιατί τι είναι το σύννεφο;
Μια ψυχή είναι κι αυτό
που ανέβηκε εκεί ψηλά
να δει τι γίνεται.