29 Φεβρουαρίου,2008
η ζώνη της Ιππολύτης
Αν και το θέμα του πίνακα έχει μια σοβαρότητα – η οποία τονίζεται και απο την μονοχρωματική, σχεδόν, κλίμακα – δεν άντεξα στον πειρασμό να μην παραθέσω τηνπαρακάτω ιστορία.
Κάνετε τις μαύρες σκέψεις σας – όπως τις έκανα κι εγώ πριν τον ζωγραφίσω-βλέποντας τον θάνατο της Ιππολύτης, αλλά χαλαρώστε μετα, διαβάζοντας το πως πέθανε, με τον μοναδικό τρόπο του Νίκου Τσιφόρου.
……………………………………………………………………………………………………………………………
Πάμε παρακάτου.
Ο Ευρυσθέας τόβαλε βαθιά μεσ’ την καρδιά του να μην τον αφήσει τον Ηρακλή να πάρει ανάσα.
– Κύριε, του διεμήνυσε, πάντα με τρίτο πρόσωπο, θα πάτε να μου φέρετε τη ζώνη της Ιππολύτης.
– Άμα της βγάλω τη ζώνη θα της πέσει το βρακί.
– Να την φέρετε.
Η Ιππολύτη, (περισσότερα…)
27 Φεβρουαρίου,2008
24 Φεβρουαρίου,2008
φορώ καπέλο με…
Η σκέψη μου
είναι εκρηκτική σήμερα.
Τα μάτια μου
αργά δακρύζουν λάβα.
Αν πω ν’ αναστενάξω
θα θολώσει
η γυαλισμένη τζαμαρία
τ’ ουρανού.
Κι ο κόσμος που εύκολα
στα μάτια του πιστεύει
θα θαρρεί πως συννέφιασε.
Παίρνω τον δρόμο
και προκαλώ
τον εαυτό μου προκαλώ
τον κόσμο.
Προσέχετε!
Η σκέψη μου είναι εκρηκτική
σας λέω
κι ο κόσμος σας βρωμά
βενζίνη
και απ’ τις κλανιές των προβάτων
μεθάνιο.
Προσέχετε!
Γυρνώ στους γύρω δρόμους
Σας βλέπω και με βλέπετε
Σφίγγω το παλτό μου και πάω
Σκύβω το κεφάλι μα σκέφτομαι
Κι η σκέψη μου είν’ εκρηκτική.
Προσέχετε
Φορώ καπέλο με φυτίλι.
22 Φεβρουαρίου,2008
τι μου είπε ο Θεός
.
.
. .
. .
. .
.
Ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του Στιχάκια, σας παράθεσα ένα απόσπασμα απο τη σελ 123 του βιβλίου “Τι μου είπε ο Θεός” ,του Emou Touidiou εκδ. NothingPress.
Το έχω πάντα δίπλα μου ούτως ή άλλως και το διαβάζω καθημερινά, γιατί έχω αρχίσει να κουφαίνομαι και δεν καλοακούω.
Με τη σειρά μου δεν καλώ κανέναν άλλο σ΄αυτό το παιχνίδι.
21 Φεβρουαρίου,2008
αέρια του θερμοκηπίου
Τα μαρούλια που τρως – κοίτα ρε ζημιά -αναπνέουν
τα λαχανάκια Βρυξελών γελούν και κλαίουν,
τα μοσχο-πρόβατα είναι σφαγμένα καιρό,
και στις βουλές, βουλεύματα μαφιόζων
που φορούν φωτοστέφανο την τρύπα του όζον.
Και ρυ- και πα- και μόλυνση, πολύ κακιά χολέρα,
όποιος ρυπαίνει –ως γνωστόν – είναι μεγάλη λέρα..
Διό- μονό-και ξείδιο, κρουστικά στα πνευμόνια,
έχουμε και βενζόλιο, χλώριο, θείο θάνατο
κι αν σου’ μεινε μυαλό, στην κάλπη κοπάνατο.
Κι είναι και το μεθάνιο που θέλει τον πλανήτη
να κάνει θερμοκήπιο κι εμένα μακαρίτη.
Κι είναι κι αυτά τα δις και τρις, μοσχάρια, αίγες, πρόβατα
που των εντέρων τους οι αμέτρητες κενώσεις
παράγουν τέτοιο αέριο σε πολύ μεγάλες δόσεις.
Λουκάνικα και χάμπουργκερ, νόστιμα παϊδάκια,
κοκκινιστά και φρικασέ, τραγανοκεφτεδάκια,
προτού ως θύματα βρεθούν στην ψύξη του χασάπη
εκατομμύρια εκτόξευσαν , κάτω απ’ το φως του ηλίου
αέρια απ’ αυτά που λεν «του θερμοκηπίου».
Αμάξια, εργοστάσια, γίγα αναθυμιάσεις
κι όμως ρε μοσχο-πρόβατο, εσύ άμα κλάσεις ,
τρελαίνεται, παθαίνει πλάκα ο πλανήτης
Διό- μονό- μεθάνιο, μολύνουν τον αέρα
αχ! ύπουλο αιγοπρόβατο, είσαι μεγάλη λέρα .
17 Φεβρουαρίου,2008
χειμώνας
Να, η σιγή απλώθηκε θλιμμένη
πάνω από τις πολύβουες
μητέρες του χιονιά ۠
μ’ άστρα νυφάδες γύρισε στεφανωμένη.
Κι όπως σιγούσε η νύχτα, οι δρόμοι
στο σώμα αργά βουλιάζαν του χιονιού
με μια ντροπή , συνεσταλμένοι,
καθώς λυγίζανε του σκοταδιού οι νόμοι
Και ποιος τ’ άλλο πρωί, μαζί μας,
τον πάλλευκο να είδε τον μανδύα
που έντυσε και διέλυσε για πάντα
το δυσεπίλυτο της στείρας ύπαρξής μας ;
14 Φεβρουαρίου,2008
τα τζιτζίκια
Κάθε που έμπαινε το φθινόπωρο το παιδί φοβόταν κι έκλαιγε.
Το χειμώνα το έπιανε μια βαριά μελαγχολία και μόνο την άνοιξη έσκαγε τα πρώτα χαμόγελα.
Το καλοκαίρι δεν το έβρισκες πουθενά.
Με τον ερχομό του φθινοπώρου όμως , ξανά τα ίδια.
Κι ένα χειμώνα που το παιδί καθόταν αμίλητο στο τζάμι και κοιτούσε το χιόνι που έπεφτε έξω , το πλησίασε η μάνα του.
Μάνα, της είπε, τώρα τα τζιτζίκια έχουν πεθάνει; κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του.
Η μάνα του χαμογέλασε.
Γι’ αυτό λοιπόν μου είσαι συννεφιασμένο; Και δεν με ρωτούσες τόσο καιρό;
Όχι βέβαια, δεν έχουν πεθάνει.
Ένα φως άστραψε στο πρόσωπο του παιδιού.
Δεν έχουν πεθάνει; Και που είναι τώρα;
Τα τζιτζίκια , χαζό παιδί, κάθε χειμώνα μαζεύονται όοολα μαζί , σε μια μεγάααλη, φωτεινή, ζεστή και μυστική σπηλιά και από το πρωί ως το βράδυ τρώνε, πίνουν και τραγουδάνε. Χίλια τραγούδια την ημέρα λένε.
Και φυσικά , περνούν πολύ καλύτερα από τα μυρμήγκια!!!
.
11 Φεβρουαρίου,2008
7 Φεβρουαρίου,2008
ονειροχάος
Στο μπλογκ της roadartist, υπάρχει ένα ειδικό αλλά και ένα ανοιχτό κάλεσμα να γράψουμε για τα …ονειρά μας. Πήρα το ανοιχτό κάλεσμα και καταθέτω το Ονειροχάος.
Βέβαια, όταν μιλάμε για τα όνειρά μας καλό είναι να έχουμε κατα νου και το “Εκλογές μαντινάδα”, του Σαββόπουλου απο τη Ρεζέρβα με την προτροπή:
“Τα όνειρά σου μη τα λες
γιατί μια νύχτα κρύα
μπορεί και οι φροϋδιστές
να ‘ρθουν στην εξουσία”
.
.
Να’ χει γυρίσει πίσω η δύση
κι ανατολή να σκοτεινιάζει τα τοπία ,
ο πυρετός δροσοσταλίδα
κι ο πόνος μια ουτοπία .
Να’ ναι τα λουλουδόσπαρτα λιβάδια βάλτος
κι οι βάλτοι να ‘ ν γρανίτες στη φωτιά ,
όλ’ η δροσούλα της αυγής ν’ αχνίζει
κ’ οι ουτοπίες να’ χουν την πρωτιά.
Να είναι τ’ άστρα , άστρα ως άστρα
και όχι εξισώσεις αστροφυσικών ,
κ’ η θλίψη ένα ληστών λημέρι,
ποτέ πια καταφύγιο ποιητών .
Να’ ναι κι η αθάνατη ψυχή τ’ ανθρώπου
αθάνατη όσο τ’ όνειρο κρατάει ,
να ’ναι η φύση ο Ντόριαν Γκρέυ
και ο θεός πορτραίτο που γερνάει .
Η νύχτα να’ ναι μέρα απ’ τις φωτιές
κ’ η μέρα να φωτίζετ’ απ’ τα μνήματα ,
φωτιά να πάρουνε σε μια στιγμή
των αιώνων όλα τα ποιήματα …
Α ! τότε μονάχα μέσα στο σύμπαν
τότε μονάχα θε νά’ βγω κι εγώ
- ένα κεφάλι στην αγέλη των ονείρων –
απ’ τ’ ανελέητο Ονειροχάος .
.
.
Ονειροκαλώ με τη σειρά μου:
και όσους άλλους ενδιαφέρονται
5 Φεβρουαρίου,2008
4 Φεβρουαρίου,2008
έμπνευση
Δεν έχω καμία
ποιητική διάθεση
στο στομάχι μου απόψε.
Η έμπνευσή μου
τούτη την ώρα
βολτάρει στο λιμάνι .
Δεν ξέρεις όμως άξαφνα
τι μπορεί να προκύψει .
Ίσως ένας αρουραίος
απ’ τις βρωμιές της ψυχής μου
ή ένα λαμπερό αστέρι
από τα σπλάχνα του αρουραίου.
Έτσι κι αλλιώς οι ποιητές
στις μέρες μας πεθαίνουν .
Και καλά κάνουν και πεθαίνουν
γιατί έτσι ανάβουν τη φωτιά
να βλέπουν οι άλλοι να περνούν .
Καλά κάνουν και πεθαίνουν
γιατί έτσι ίσως κυλήσει
ένα κάποιο δάκρυ .
Και με τον τρόπο τους αυτό
- λέω – μας θυμίζουν πως μπορεί
κάποιους ν’ αγαπάμε .


